Οικογένεια στην Οικογενειακή Στέγη

Η Οικογενειακή Στέγη

Συντάκτης: Αθανάσιος Ρόζου
Δημοσιεύθηκε: 27/11/2011
Επικαιροποιήθηκε: 04/03/2021

Η Προστασία της Οικογενειακής Στέγης κατά τη Διάσταση των Συζύγων, μετά το Διαζύγιο και μετά το Θάνατο του Συζύγου - Δικαιούχου

Οικογενειακή στέγη είναι το ακίνητο (μονοκατοικία, διαμέρισμα ή άλλος ανάλογος χώρος) που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των συζύγων ανεξάρτητα από το αν ανήκει στον ένα ή και στους δύο συζύγους ή σε τρίτο. Ως κύρια διαμονή νοείται ο πραγματικός χώρος στον οποίο οι σύζυγοι αναπτύσσουν την κοινή συζυγική τους δραστηριότητα ανεξάρτητα από την έννομη σχέση που τους συνδέει με το ακίνητο. Η οικογενειακή στέγη διαρκεί από τη σύναψη του γάμου μέχρι τη λύση του και προσδιορίζεται κατά τη συμβίωση από τους ίδιους τους συζύγους στο πλαίσιο των άρθρων 1386 και 1387 του ΑΚ (Αστικού Κώδικα).

Η προστασία της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση των συζύγων

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α' ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διανομή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του.

Στην περίπτωση τις διαστάσεως υποχωρεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1386 του ΑΚ υποχρέωση για συμβίωση. Στην περίπτωση αυτή οι δύο σύζυγοι δεν κατορθώνουν συνήθως να λάβουν κοινή απόφαση για τη χρήση της οικογενειακής στέγης στο μέλλον. Για το λόγο αυτό οι διατάξεις του άρθρου 1393 του ΑΚ δίνουν τη δυνατότητα αγωγής για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης παρεκκλίνοντας από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου. Οι διατάξεις αυτές θεμελιώνουν υπέρ του συζύγου, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από αυτές, αγώγιμη και εκτελεστή αξίωση κατά του άλλου συζύγου για παραχώρηση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης (ΠΠρΒερ 116/1991 ΑρχΝ 43.371, Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σ. 1287, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, ό.π., σ. 325).

Η ρήτρα της επιείκειας στην ρύθμισης της χρήσεως της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση των συζύγων

Η ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης γίνεται με απόφαση του δικαστηρίου, εφόσον συντρέχουν λόγοι επιείκειας προσδιοριζόμενοι με βάση τις ειδικές συνθήκες (οικονομικές, επαγγελματικές κ.λπ.) του κάθε συζύγου και το συμφέρον των τέκνων. Βασικό, συνεπώς κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, την οποία ο νομοθέτης εξειδικεύει αρχικά ο ίδιος με την πρόταση ως κριτηρίων δύο αόριστων εννοιών και ειδικότερα των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων (ΕφΑΘ 698/1989 ΕλΔ 33.156, ΜΠρθεσ 9726/1993 Αρμ. 48.314, ΜΠρΑγρ 455/1998 ΝοΒ 47.268, Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 V 1 αρ. 19 σ. 235).

Ο προσωρινός χαρακτήρας της δικαστικής απόφασης με την οποία ρυθμίζεται η χρήση της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση των συζύγων

Η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ρυθμίζεται η χρήση της οικογενειακής στέγης είναι προσωρινή και διαρκεί όσο η διάσταση των συζύγων και μένουν αμετάβλητα τα πραγματικά περιστατικά που την υπαγόρευσαν, δεν αποτελεί δε οριστικό δεδικασμένο και μπορεί να αναθεωρηθεί (τροποποιηθεί ή μεταρρυθμιστεί) όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις (ΕφΑΘ 8306/1995 ΕλΔ 37.1429, ΕφΑΘ 335/1993 ΕλΔ 35.485).

Η απόφαση αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως αν δεν ζητηθεί η τροποποίηση της, μετά την αμετάκλητη απόφαση που λύνει ή ακυρώνει το γάμο, οπότε οι σχέσεις των συζύγων, αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε για οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου (ΕφΑΘ 8306/1995 ό.π., ΕφΑΘ 335/1993 ό.π., ΕφΑΘ 7890/1986 ΕλΔ 28.1274, Δεληγιάννης, Οικογ. Δικ. II (1987) παρ. 241-243, Σπυριδάκης, Οικογ. Δικ. 6. 104, Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 IV 1 αρ. 85-87 ο. 247-248).

Κυριότητα, νομή και κατοχή της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση των συζύγων

Το ακίνητο που αποτελεί την οικογενειακή στέγη μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να ανήκει, κατά κυριότητα, στον ένα ή και στους δύο συζύγους ή σε τρίτο. Στην πρώτη περίπτωση, αν το δικαστήριο παραχώρησε τη χρήση της οικογενειακής στέγης στο σύζυγο που δεν είναι κύριος του ακινήτου, ο άλλος σύζυγος - ιδιοκτήτης του ακινήτου παραμένει κύριος και νομέας αυτού, ασκεί όμως τη νομή του μέσω του άλλου συζύγου, ο οποίος είναι κάτοχος αυτού (Απ. Γεωργιάδης, ό.π. σ. 1287, Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 VII 2 αρ. 56, σ. 241, Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, ό.π. σ. 330). Με άλλα λόγια, ο τελευταίος εκπροσωπεί το σύζυγο - κύριο του ακινήτου στην άσκηση της νομής, ως κάτοχος, έχοντας αποκτήσει το δικαίωμα της κατοχής μετά τη διάσταση με τη δικαστική απόφαση (Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, ό.π., σ. 330-331). Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή το ακίνητο ανήκει εξ αδιαιρέτου και στους δύο συζύγους, ο σύζυγος στον οποίο παραχωρήθηκε από το δικαστήριο η χρήση είναι συγκύριος, συνομέας και κάτοχος- ως κάτοχος ασκεί συγχρόνως και τη νομή (σύννομη) του άλλου συζύγου- ο τελευταίος είναι συγκύριος και συννομέας, αλλά ασκεί τη νομή μέσω της συζύγου κατόχου (Απ. Γεωργιάδης, ό.π. σ. 1288, Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, ό.π. σ. 333, Παπαζήση, άρθρο 1393 VII 2β' αρ. 63 σ. 242).

Η ανωτέρω ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης δεν μεταβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου. Επομένως, ο σύζυγος που είναι κύριος του ακινήτου παραμένει κύριος και νομέας αυτού, εφόσον όμως δεν είναι δικαιούχος, ασκεί τη νομή του δικαιούχου συζύγου που κατέχει το ακίνητο. Η κατοχή του τελευταίου στηρίζεται στην έννομη σχέση του γάμου, το νόμο και τη δικαστική απόφαση και μπορεί να αντιταχθεί έναντι του συζύγου-κυρίου, με συνέπεια να μην μπορεί αυτός να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του δικαιούχου, αφού δεν υπάρχει παράνομη προσβολή της νομής του (άρθρα 987, 997, 1095 ΑΚ, Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 1287, Παπαδημητρίου, ό.π., σελ. 235, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, σελ. 434).

Μεταβίβαση της κυριότητας της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση των συζύγων

Εάν ο σύζυγος που είναι κύριος του ακινήτου μεταβιβάσει την κυριότητα σε τρίτον, η εκποίηση είναι έγκυρη, αφού η ρύθμιση της ΑΚ 1393 δεν περιορίζει την εξουσία διαθέσεως του κυρίου (Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 1287, Παπαζήση, ό.π., σελ. 241). Στην περίπτωση αυτή αμφισβητείται εάν μπορεί να αντιταχθεί έναντι του νέου κτήτορα, που ασκεί τη διεκδικητική αγωγή ή τις αγωγές της νομής, το δικαίωμα του δικαιούχου συζύγου στη χρήση της οικογενειακής στέγης. Κοινωνικά σκοπιμότερη είναι η άποψη που δέχεται ότι ο νέος κτήτορας δεσμεύεται από τη σχετική δικαστική απόφαση, η οποία επέχει θέση εγγράφου βέβαιης χρονολογίας, με αποτέλεσμα την αναλογική εφαρμογή των άρθρων 614 επ. ΑΚ (Δεληγιάννη, Οικογενειακό δίκαιο II, σελ. 196 επ., Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο Ιβ, σελ. 173 και εκεί παραπομπές, Σοφιαλίδη, σε Η πολιτική δικονομία από τη θεωρία στην πράξη, σελ. 507. Πρβλ. Πουλιάδη, Η δικαστική ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων, Αρμ 1995. 596).

Μέσα προστασίας της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση των συζύγων

Το δικαίωμα του συζύγου να ζητήσει, στην περίπτωση της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, τη ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης, το οποίο είναι αυτοτελές και αυθυπόστατο (ΕφΑΘ 3499/1989 Αρμ. 44.575, ΕφΑΘ 7890/1986 ό.π.), μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της διαστάσεως (ΕφΑΘ 3499/1989 ό.π., ΕφΑΘ 7890/1986 ό.π.). Είναι πάντως αυτονόητο ότι εφόσον υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, το δικαίωμα αυτό μπορεί να προστατευθεί προσωρινά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΑΘ 3499/1989 ό.π., ΕφΑΘ 7890/1986 ό.π., ΠΠρΒερ 116/1991 ό.π., Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 IX 3 αρ. 92-93 σ. 248-249, Βαθρακοκοίλης, Κωδ. Πολ. Δικον. Ερμην. Νομολ. Αναλ. τόμ. Δ' (1996) σ. 383). Eτσι, στα πλαίσια της διαδικασίας για τη ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης μπορούν να λαμβάνονται και ασφαλιστικά μέτρα είτε με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως της καταστάσεως μέχρι το πέρας της κύριας δίκης, είτε άλλου είδους, όπως ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση του δικαιώματος του συζύγου στον οποίο πρόκειται να παραχωρηθεί η χρήση της οικογενειακής στέγης ή μέτρα τα οποία αποβλέπουν στη διευκόλυνση της εφαρμογής της ρυθμίσεως που διατάζει το δικαστήριο, όπως η απαγόρευση ή η ανοχή της εισόδου σε ορισμένους χώρους (Πουλιάδης, Η δικαστική ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων (ΑΚ 1393) Αρμ. 49.589 επ. και ιδίως 603).

Η οικογενειακή στέγη μετά το διαζύγιο

Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1393 εδ. α' και β' του ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του...

Η απόφαση που ρυθμίζει την χρήση της οικογενειακής στέγης παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δεν ζητηθεί τροποποίηση της, μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τα χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου (ΕφΑφ 7890/1986 ΕλΔ 28.1274).

Η οικογενειακή στέγη σε περίπτωση θανάτου του συζύγου – δικαιούχου

Σύμφωνα με το άρθ. 1887 § 1 ΑΚ, κάθε συγκληρονόμος έχει δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει τη διανομή της κληρονομιάς, ενώ κατά το άρθ. 1889 του ιδίου Κώδικα, αν υπάρχει στην κληρονομιά που πρέπει να διανεμηθεί, ακίνητο που χρησίμευε όσο ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ιδίου και του συζύγου του που επιζεί, το δικαστήριο μπορεί, κατά τη διανομή της κληρονομιάς, ύστερα από αίτηση του τελευταίου, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να επιδικάσει την κυριότητα του ακινήτου αποκλειστικά σε αυτόν. Αν η αξία του ακινήτου κατά το θάνατο του κληρονομουμένου είναι μεγαλύτερη από την αξία της κληρονομικής μερίδας του συζύγου που επιζεί, η επιδίκαση γίνεται, αφού ο τελευταίος καταβάλει τη διαφορά.

Κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, με την οποία ρυθμίζεται η οικογενειακή στέγη κατά τη διανομή, σε περίπτωση διανομής κληρονομιάς στην οποία υπάρχει ακίνητο, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως οικογενειακή στέγη, το δικαστήριο, με αίτηση του συζύγου που επιζεί, μπορεί να επιδικάσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού αποκλειστικά στον τελευταίο, εκτιμώντας τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων. Ως ειδικές περιστάσεις νοούνται η διάρκεια της χρησιμοποίησης του ακινήτου ως κύριου τόπου διαμονής του αιτούντος και του θανόντος συζύγου του, η ηλικία του αιτούντος, ο δεσμός του με το θανόντα όσο ζούσε, η ύπαρξη τέκνων ενηλίκων ή ανηλίκων, το συμφέρον των τέκνων, ο βαθμός συγγενείας του με τους λοιπούς συγκληρονόμους, η αξία του ακινήτου σε σχέση με την κληρονομική μερίδα του αιτούντος συζύγου, έλλειψη άλλης κατοικίας αυτού, καθώς και επαρκών χρηματικών πόρων, η τυχόν συγκυριότητα του στο ακίνητο, ο συναισθηματικός του δεσμός με το συγκεκριμένο ακίνητο, η δυνατότητα του καταβολής της διαφοράς που ορίζεται στο άρθ. 1889 εδάφ. β' ΑΚ κλπ. Εξάλλου, η προαναφερόμενη επιδίκαση γίνεται από το δικαστήριο, υπό τον όρο της καταβολής της διαφοράς της αγοραίας αξίας του ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη και της αξίας της κληρονομικής μερίδας του επιζώντος συζύγου, κατά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είναι ο κρίσιμος χρόνος και όχι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ή της διανομής.

Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται με την αγωγή - ανταγωγή ή με τις προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, διαφορετικά απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 166/2004 ΕλΔ 45.1045, ΕφΑΘ 632/2003 ΕλΔ 45.1407, ΕφΑΘ 2217/2002, ΕφΑΘ 9410/1999 ΕλΔ 42.216, ΕφΑΘ 1665/1993 ΕλΔ 35.474, ΕφΑΘ 522/1990 ΝοΒ 38.1173, Παπαστερίου σε ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθοπούλου, άρθ. 1889, αριθ. 8-17, Ν. Ψούνη: ΚληρΔ, τόμος 2ος , έκδ. 2004, § 22, VIII, σελ. 448-450, Φίλιος: ΚληρΔ, Γενικό Μέρος, έκδ. 2006, § 64Γ σελ. 149-150, Δεληγιάννης - Κορνηλάκης: Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος 4ος , έκδ. 1998, § 504, σελ. 293-297, Καράκωστας: ΚληρΔ, άρθ. 1889, αριθ. 1131-1137, Απ. Γεωργιάδης σε ΕλΔ 29.1284 επ., Πίψου, Δικαστική Διανομή, έκδ. 2006, § 13Γ, σελ. 350-355).

Η διάταξη του άρθ. 1889 ΑΚ εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής αλλά και στην περίπτωση της από διαθήκη διαδοχής, όταν ο διαθέτης κατέλειψε την περιουσία του σε περισσότερους κληρονόμους κατ' ιδανικά μερίδια (Απ. Γεωργιάδης: ό.π, σελ. 1291, Δεληγιάννης -Κορνηλάκης: ό.π, σελ. 294, καθώς και με ημεροχρονολογία 9.2.2006 γνωμοδότηση Νικ. Λιβάνη).

Τέλος, στη δίκη διανομής κληρονομιάς (άρθ. 1887 ΑΚ), εναγόμενος μπορεί να είναι κάθε συγκληρονόμος, ο αγοραστής της κληρονομικής μερίδας και ο αγοραστής ορισμένου αντικειμένου, ως προς αυτό (Παπαστερίου: ό.π, άρθ. 1887, αριθ. 84, Ψούνη: ό.π, § 22, VI, Βδ, σελ. 434-435, Καράκωστας: ό.π, άρθ. 1887, αριθ. 1070-1084, Μπαλής, ΚληρΔ, έκδ. 5η, § 228, σελ. 364-365, Κων. Παπαδόπουλος: Αγωγές ΚληρΔ, Τόμος 2ος, έκδ. 1995, § 378.2, σελ. 472-473).

Ειδικότερα θέματα

Η φύση και ο χαρακτήρας του δικαιώματος χρήσης της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσταση (4585/2002 ΕφΑθ)

Ως προς τον χαρακτήρα της παραχώρησης και τη φύση του δικαιώματος αυτού υπάρχει διχογνωμία στην επιστήμη, διότι η ίδια η διάταξη δεν αναφέρει αν η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης στο σύζυγο, που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί ακινήτου, είναι χαριστική ή γίνεται με αντάλλαγμα.

Στη θεωρία και επιστήμη έχουν διαμορφωθεί διάφορες απόψεις ως προς το θέμα αυτό (ΕφΑθ 8306/1995 ΕλΔ 37.1429, ΕφΑθ 335/1993 ΕλΔ 35.485, ΕφΘεσ 2416/1996 Αρμ. 1996, 1222, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλΔ 37.358, ΕφΑθ 698/1989 ΕλΔ 33.156, Απ. Γεωργιάδη, Η οικογενειακή στέγη, ΕλΔ 29. 1284, Παπαζήση σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθ. 1393, Παπαδημητρίου, Οικογενειακό Δίκαιο έκδοση 1997, σελ 235).

Κατά μία, άποψη (Γ. Κουμάντου, Οικογ. τόμος 1, άρθ. 1393, σελ. 177, Δεληγιάννης ΙΙ, σελ 196, 197) ο σύζυγος που παίρνει τη χρήση της οικογενειακής στέγης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αντάλλαγμα στο σύζυγο που έχει την κυριότητα πάνω σ' αυτήν. Το αντάλλαγμα αυτό θα είναι μίσθωμα, ανάλογο με τη μισθωτική αξία του ακίνητου και θα καθορίζεται από το Δικαστήριο, είτε με την απόφαση που παραχωρεί τη χρήση είτε με άλλη απόφαση, ενώ παράλληλα το μίσθωμα αυτό θα συμψηφίζεται με την υποχρέωση διατροφής που μπορεί να έχει ο σύζυγος κύριος της οικογενειακής στέγης, δηλαδή από τη διατροφή που θα έπρεπε να καταβάλλει θα αφαιρείται το ποσό που αντιστοιχεί στη μισθωτική αξία του ακίνητου. Η άποψη αυτή έχει υπέρ αυτής το επιχείρημα, ότι εφόσον, η διάταξη του άρθρου 1395 ΑΚ που αφορά την κατανομή κινητών που ανήκουν και στους δύο συζύγους ορίζει ότι, αν ο ένας σύζυγος παίρνει τη χρήση κινητών που κατά κυριότητα ανήκουν και στους δύο συζύγους μπορεί να υποχρεωθεί να δίνει στον άλλο "εύλογη αποζημίωση" για τη χρήση αυτή, πολύ περισσότερο πρέπει να παρέχεται στον κύριο πλήρες αντάλλαγμα για τη χρήση ακίνητου που του αφαιρείται για χάρη του συζύγου του, ενώ παράλληλα κατά την άποψη αυτή, υποστηρίζεται ότι, για να αρθεί η αντισυνταγματικότητα της διάταξης, στο μέτρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί προσβολή της ιδιοκτησίας (άρθ. 17 του Συντάγματος) η αφαίρεση της χρήσης από το σύζυγο που είναι κύριος του ακίνητου, πρέπει να παρέχεται πλήρης αποζημίωση ανάλογη με τη μισθωτική αξία του πράγματος.

Κατ' άλλη άποψη, η ειρημένη παραχώρηση αποτελεί περιορισμένης εκτάσεως σε είδος διατροφή εκ του νόμου, η οποία θα πρέπει να υπολογίζεται στη συνολική διατροφή την οποία οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης συζυγικής στέγης (βλ. ΕφΑθ 663/1990 ΕλΔ 33,186, γνώμη μειοψηφίας αντίθετα η πλειοψηφούσα γνώμη, που δέχεται ότι πρέπει, να παρέχεται αντάλλαγμα υπό τύπο μισθώματος). Υπέρ της γνώμης αυτής συνηγορούν κατ' αρχήν οι λοιπές περί συζυγικής συμβιώσεως διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου. Τα κριτήρια της ΑΚ 1393 είναι κοινωνικά και εστιάζονται στις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, και όχι στις έννομες σχέσεις των προσώπων με τα πράγματα. Ο νομοθέτης παραθέτει γενική ρήτρα και αόριστες έννοιες αντί να θέσει, σταθερά κριτήρια, που τελικά οδηγούν συχνά σε άδικες κοινωνικές λύσεις. Μετά τη διάσπαση της συζυγικής συμβιώσεως αίρεται η προηγουμένη δυνατότητα κοινής από τους συζύγους χρήσεως της συζυγικής οικίας. Αφού όμως διατηρείται ο συζυγικό ς δεσμός, εφόσον ο γάμος δεν έχει λυθεί ακόμη, είναι σύμφωνο με την αρχή της προστασίας της οικογένειας και την επιείκεια, η χρήση αυτή να μην ανήκει, οπωσδήποτε σ' αυτόν που την συνεισέφερε, αλλά να δύναται το Δικαστήριο να την παραχωρήσει ολικώς ή μερικώς, στον άλλο σύζυγο αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Εφόσον όμως γενικώς κατά την έννοια του νόμου διατροφή νοείται όχι μόνο η χρηματική αλλά και κάθε παροχή η οποία ικανοποιεί ορισμένη βιοτική ανάγκη του ατόμου, όπως και η παραχώρηση της χρήση έως της κατοικίας στον μη κύριο σύζυγο για τέτοια ανάγκη του, έπεται ότι η εν λόγω παραχώρηση αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα διατροφή σε είδος. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται τέλος και από το γεγονός, ότι ο νομοθέτης δεν δέχθηκε την έκθεση της επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δίκαιου, κατά την οποία η εν λόγω παραχώρηση θα μπορούσα να συνδυασθεί με την καταβολή κάποιου ανταλλάγματος κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και η οποία τελικώς δεν περιλήφθηκε στην προεκτεθείσα διάταξη (1393 ΑΚ) (βλ. σχετ. Σπυριδάκη, Οικογ.Δικ, σελ 104-105, Γεωργιάδη εις πέντε χρόνια εφαρμογής του νέου οικογενειακού δίκαιου, Πεπραγμένα Θεσσαλονίκη 1989, 221, 210 επ, 220 επ, παρόμοια διάταξη άρθ. 735 ΚΠολΔ).

Πρέπει να σημειωθεί ως αντίλογος ότι, ναι μεν το άρθ. 1393 ΑΚ συνιστά μία μορφή συγκεκριμενοποιήσεως της συνταγματικής προστασίας του άρθ. 21 § 1 Σ, όμως αυτό δεν αποκλείει ότι η ασθενής προστασία, υπό τη μορφή της ex judicio παραχωρήσεως της χρήσεως του ακίνητου σε ένα από τους συζύγους (κατά παράκαμψη εμπραγμάτων ή ενοχικών δεδομένων) μπορεί να είναι μειωμένη κατ' ένταση (λόγω της υπάρξεως θέματος καταβολής ανταλλάγματος ή μειώσεως της οφειλομένης διατροφής στα πλαίσια λήψεως υπόψη της χαριστικής παραχωρήσεως της χρήσεως), αναπληρούμενης της ελλείπουσας αναγκαίας βεβαίως, προστασίας και από άλλους θεσμούς. Παραγνωρίζεται δε ότι η αφαίρεση, με δικαστική απόφαση, της υλικής απολαύσεως (χρήσεως του ακινήτου) από τον αρχικό εμπράγματο ή ενοχικό δικαιούχο συνιστά τόσον ευθεία επέμβαση στο επίσης ισοτίμως συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ιδιοκτησίας (άρθ. 17 § 1 Σ), όσο ενδεχομένως και προσβολή της προσωπικότητάς του (άρθ. 5 § 1 Σ). Το τελευταίο αυτό σημείο παραγνωρίζεται, μάλλον στη σχετική συζήτηση, που δεν θεωρεί την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθ. 17) ιδιωτική περιουσία (ως το ορατό αποτέλεσμα της επίσης προστατευόμενης από το άρθρο 2 και 5 § 2 οικονομικής ελευθερίας και πρωτοβουλίας) ως ειδική μορφή εκδηλώσεως της επίσης από το Σύνταγμα θεωρούμενης, ως αξίας προστασίας προσωπικότητας (βλ Δεληγιάννη (Κουτσουράδη) ΟικΔ 195 επ., Γαζή Η επίδρασης του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δίκαιου, Αθήναι 1976, 7 επ. ιδίως 19 επ., 24 επ.).

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.