Skip to main content

Ν. 3864/2010, ΦΕΚ Α 119/21.07.2010: Περί ιδρύσεως Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Divider

Άρθρο 1

Ιδρυση Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας" (στο εξής: το "Ταμείο").

Για τις σχέσεις του με την αλλοδαπή, το Ταμείο θα χρησιμοποιεί την επωνυμία "Hellenic Financial Stability Fund (HFSF)".

Η νομική προσωπικότητα αποκτάται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Ταμείο έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα να είναι διάδικος, δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από την έκδοση των προβλεπόμενων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών.

Όλως συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις και τους στόχους του παρόντος νόμου.

Άρθρο 2

Σκοπός, έδρα, διάρκεια

1. Σκοπός του Ταμείου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας της Τράπεζας
της Ελλάδος κατά τα ειδικότερον προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο.

Στο πλαίσιο εκπλήρωσης του σκοπού αυτού, το Ταμείο οφείλει να διαχειρίζεται το κεφάλαιο και την εν γένει περιουσία του, άρθρο 3, κατωτέρω, και να ασκεί τα απορρέοντα από την ιδιότητα του ως μετόχου δικαιώματα, άρθρο 7 επ., κατωτέρω, κατά τρόπο που να προστατεύει την αξία της περιουσίας αυτής, να ελαχιστοποιεί τους κινδύνους για τον Ελληνα πολίτη και να μην εμποδίζει ούτε να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσεται η ενίσχυση της ρευστότητας, που παρέχεται με βάση το ν. 3723/2008 ή στο πλαίσιο λειτουργίας του ευρωσυστήματος και της Τράπεζας της Ελλάδος.

2. Το Ταμείο εδρεύει στην Αθήνα και η διάρκεια του ορίζεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2017.

Άρθρο 3

Κεφάλαιο, περιουσία

1. Το κεφάλαιο του Ταμείου ανέρχεται στο ποσό των δέκα δισεκατομμυρίων (10.000.000.000) ευρώ, προερχόμενο από κεφάλαια που θα αντληθούν στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ενωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δυνάμει του ν. 3845/2010, καλύπτεται σταδιακά από το Ελληνικό Δημόσιο και ενσωματώνεται σε τίτλους, οι οποίοι δεν είναι μεταβιβάσιμοι μέχρι τη λήξη της κατά το προηγούμενο άρθρο διάρκειας του Ταμείου.

2. Το κεφάλαιο του Ταμείου κατατίθεται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σε ειδικό έντοκο λογαριασμό του Ταμείου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος αποκλειστικά για το σκοπό του παρόντος νόμου.

Το παρεχόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος επιτόκιο θα συμφωνείται με το Ταμείο και δεν θα δύναται να υπερβαίνει ή να είναι κατώτερο από τα παρακάτω επιτόκια: α) το εφαρμοζόμενο από το Ευρωσύστημα επιτόκιο πάγιας διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και β) το μέσο δείκτη των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μιας ημέρας (ΕΟΝΙΑ).

3. Περιουσία του Ταμείου αποτελείτο κατατεθειμένο κεφάλαιο και οι τόκοι της προηγουμένης παραγράφου, οι εκδιδόμενες από πιστωτικά ιδρύματα και αποκτώμενες από το Ταμείο μετοχές κατά τα άρθρα 7 και 9 του παρόντος, καθώς και όλα τα δικαιώματα οικονομικής φύσης που απορρέουν από κατοχή προνομιούχων και κοινών μετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένων αυτών από την εκκαθάριση των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων.

4. Το κεφάλαιο και τα διαθέσιμα του Ταμείου δύναται να επενδύονται μόνο σε καταθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, απαγορευομένης οποιασδήποτε άλλης μορφής επένδυσης. Το Ταμείο δεν δύναται να συνάπτει δάνεια, να εκδίδει ομόλογα και άλλα εμπορικά αξιόγραφα οποιασδήποτε φύσης.

5. Με τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, γενομένης εκκαθαρίσεως αποδίδεται το κεφάλαιο και η περιουσία του περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως οιονεί καθολικό του διάδοχο.

Άρθρο 4

Διοίκηση του Ταμείου

1.α. Το Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο είναι το ανώτατο όργανο του και αποφασίζει απολύτως ανεξάρτητα για κάθε θέμα που αφορά την εξειδίκευση των στόχων, τη διοίκηση, λειτουργία, διαχείριση της περιουσίας και υλοποίηση των σκοπών του Ταμείου. Με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζεται, μεταξύ άλλων, ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Ταμείου, προσλαμβάνεται το προσωπικό, εγκρίνονται οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ορίζονται τα ελεγκτικά όργανα και συνιστώνται Επιτροπές.

β. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι επταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο, δύο (2) Αντιπροέδρους, οι οποίοι είναι εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, και τέσσερα (4) μη εκτελεστικά μέλη.

2.α. Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και δύο (2) μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επιλέγονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ύστερα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, μεταξύ ανεπίληπτων προσώπων εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε τραπεζικά ή / και χρηματοπιστωτικά θέματα, ή / και σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής. Τις θέσεις των υπολοίπων δύο (2) μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συμπληρώνουν, ως εκ της θέσης τους (ex officio), ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών και ο Διευθυντής Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.

β. Ο διορισμός και των επτά (7) μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισηγήσεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για πενταετή θητεία, ανανεώσιμη μέχρι 30.6.2017. Η θητεία των ex officio μελών λήγει αυτοδικαίως με την απώλεια της ως άνω ιδιότητας τους.

Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται και οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης οι οποίες και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ταμείου.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί διορισμού νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σε αντικατάσταση παλαιών, της θητείας τους μη δυναμένης, κατά περίπτωση, να βαίνει πέραν της πενταετίας ή της 30.6.2017.

γ. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καλούνται και συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μαζί με τους αναπληρωτές τους, που ορίζονται από τα οικεία όργανα.

Εφόσον εκλήθησαν νομίμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, η τυχόν απουσία των εκπροσώπων αυτών, όσο και των αναπληρωτών τους, δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου.

δ. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

ε. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του προσωπικού οφείλουν περαιτέρω να τηρούν εχεμύθεια. Η ιδιότητα μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα μετόχου ή εμμέσως κατέχοντος μετοχές (μέσω συμμετοχής σε τρίτο πρόσωπο, μέτοχο), μέλους Διοικητικού Συμβουλίου, στελέχους ή εξωτερικού συμβούλου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με την εξαίρεση στελεχών που προέρχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας, δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε άλλο κρατικό φορέα ή όργανο, ούτε υπόκεινται σε επιρροές οιασδήποτε φύσεως.

Ομοίως, το Ελληνικό Δημόσιο και οι ως άνω κρατικοί φορείς και όργανα θα απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε οδηγίας προς το Ταμείο. Προτεινόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οφείλουν να ενημερώσουν το Ταμείο για ενδεχόμενη ύπαρξη ασυμβίβαστου και την αυτή υποχρέωση ενημέρωσης υπέχουν και καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας τους, για ασυμβίβαστα που τυχόν αναφύουν μεταγενέστερα. Προ του διορισμού τους υπογράφουν περί τούτου υπεύθυνη δήλωση.

Με απόφαση του το Διοικητικό Συμβούλιο εκδίδει σχετικό Κανονισμό Δεοντολογίας. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οφείλουν περαιτέρω να τηρούν εχεμύθεια ως προς τις υποθέσεις του Ταμείου και μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση τους από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, δεσμευόμενοι από τις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου. Η υποχρέωση εχεμύθειας του Ταμείου δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία και δύναται κατά την κρίση της να διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες στις κατά το άρθρο 60 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α') αρχές και πρόσωπα, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε συγκεντρωτική ή μη μορφή.

3. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί το Ταμείο δικαστικώς, εξωδίκως και έναντι τρίτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο, προεδρεύει των συνεδριάσεων του και εποπτεύει την ορθή εφαρμογή των αποφάσεων του.

Προΐσταται των υπηρεσιών του Ταμείου, εποπτεύει τις εργασίες του και αναφέρεται στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με την καθημερινή επιχειρησιακή του λειτουργία, ασκώντας και κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ως του ανωτάτου οργάνου του Ταμείου. Τον Πρόεδρο, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνουν, καθ' όλη την έκταση των αρμοδιοτήτων του, οι Αντιπρόεδροι, κατά τη σειρά αναπλήρωσης που αυτός ορίζει.

4. Με απόφαση του το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, καθώς και την εκπροσώπηση του Ταμείου σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή στελέχη του Ταμείου, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης. Οι αποφάσεις που σχετίζονται με την κεφαλαιακή ενίσχυση, δεν είναι δυνατόν να ανατίθενται ατομικά σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

5. Τα μη ex officio μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου μπορούν να απωλεσουν την ιδιότητα τους αυτή και πριν τη λήξη της θητείας του, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον τους απαγγέλθηκε κατηγορία, ή καταδίκη για την οποία συνιστά κώλυμα διορισμού στο δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων όπως κωδικοποιήθηκε με το ν. 3528/2007, καθώς και για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο ιδίως σε αντικειμενική αδυναμία ή πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, απόκρυψη ή ψευδή δήλωση περί της συνδρομής ασυμβιβάστου ή παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας. Οι μέχρι την έκδοση της παραπάνω από φασης πράξεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου παραμένουν καθ' όλα ισχυρές.

Σε περίπτωση αμφισβήτησης, η συνδρομή του σπουδαίου λόγου κρίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατόπιν αίτησης του θιγομένου ή από κοινού με το Διοικητικό Συμβούλιο, η οποία ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης, καλουμένου σε κάθε περίπτωση κατά τη συζήτηση του Ταμείου.

Η απόφαση που εκδίδεται είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. Αναίρεση χωρεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.. Μέχρι την έκδοση της απόφασης, το μέλος απέχει υποχρεωτικά από τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.

6. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από έξι (6) μήνες, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας διορίσθηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα υπόλοιπα μέλη είναι τουλάχιστον πέντε (5). Οι διαδικασίες πλήρωσης των θέσεων που κενώθηκαν κινούνται αμελλητί, εφαρμοζόμενης της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2.β του παρόντος άρθρου.

Εφόσον οι κενωθείσες θέσεις δεν πληρώθηκαν εντός του εξαμήνου, το Διοικητικό Συμβούλιο στερείται μεν νομίμου συγκρότησης, τα υφιστάμενα ωστόσο μέλη δεν χάνουν την ιδιότητα τους αυτή.

7.α. Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρο του τακτικά μία (1) φορά το μήνα και εκτάκτως, οσάκις παρίσταται προς τούτο ανάγκη, με έγγραφη πρόσκληση των μελών προ πέντε (5) εργάσιμων ημερών, ομοίως προς τούτο καλουμένων και των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τη σύγκληση από τον Πρόεδρο μπορούν να ζητήσουν και δύο (2) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

Σε περίπτωση όλως επείγουσας ανάγκης, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να ληφθούν με τηλεδιάσκεψη και μέσω γραπτής διαδικασίας χωρίς την
τήρηση των διατυπώσεων πρόσκλησης. Το πρακτικό της οικείας απόφασης επικυρώνεται κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.

Σε κάθε περίπτωση η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ισοδυναμεί με απόφαση του, ακόμη κι αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση.

β. Χρέη γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου, πτυχιούχος ανώτατης σχολής, ο οποίος ορίζεται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται ο νομικός σύμβουλος του Ταμείου και δύναται κατά περίπτωση να καλούνται και υπηρεσιακά του στελέχη.

8. Η λήψη απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο απαιτεί τέσσερις (4) τουλάχιστον θετικές ψήφους, εκ των οποίων δύο θα πρέπει να προέρχονται από εκτελεστικά του μέλη.

9. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποστέλλει μηνιαία δελτία περί των δραστηριοτήτων του στον Υπουργό των Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος, τους ενημερώνει αναλυτικά δια του Προέδρου του, οσάκις του ζητείται, και υποβάλλει εξαμηνιαίες εκθέσεις στη Βουλή των Ελλήνων, τις οποίες κοινοποιεί στον Υπουργό των Οικονομικών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 5

Προσωπικό του Ταμείου

1. Το προσωπικό του Ταμείου προσλαμβάνεται ελεύθερα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και παρέχει τις υπηρεσίες του με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που μπορούν να παρατείνονται. Ως ορισμένου χρόνου συνομολογούνται και συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου. Οι μισθοί των υπαλλήλων του Ταμείου βαρύνουν τον προϋπολογισμό του.

2. Επιτρέπεται η απόσπαση στο Ταμείο προσωπικού που υπηρετεί στο Ελληνικό Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και άλλους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού ή πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ύστερα από αίτηση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η απόσπαση ισχύει για ορισμένο χρόνο, που μπορεί να ανανεώνεται με όμοιες αποφάσεις. Ο χρόνος απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια, στην υπηρεσία ή τον φορέα προέλευσης. Απόσπαση προσωπικού μπορεί να γίνει και από Διεθνείς και Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς.

3. Το προσωπικό του Ταμείου υπέχει τις υποχρεώσεις πίστης και το καθήκον άκρας εχεμύθειας του ανωτέρω άρθρου 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε'.

Άρθρο 6

Διαδικασίες ενεργοποίησης του Ταμείου

1. Πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), μπορεί να υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή ενίσχυση, κατόπιν υπόδειξης της Τράπεζας της Ελλάδος ή με δική του πρωτοβουλία, η οποία μπορεί να τύχει της υποστήριξης της Τράπεζας της Ελλάδος εφόσον, σε κάθε περίπτωση, συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Με βάση συντηρητικές παραδοχές της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμάται ότι υφίσταται βάσιμος κίνδυνος ως προς τη δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να συνεχίσει να τηρεί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007 και

(β) Εχουν αποβεί άκαρπες οι προσπάθειες του πιστωτικού ιδρύματος να αυξήσει τα ίδια κεφάλαια του με τη συμμετοχή των υφιστάμενων ή νέων μετόχων.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να υποδείξει σε πιστωτικό ίδρυμα την υποβολή αιτήματος στο Ταμείο για κεφαλαιακή ενίσχυση, εφόσον:

(α) Το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007 και συντρέχει παράλληλα και η περίπτωση β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή

(β) Το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 27 του ν. 3601/2007 και συντρέχει παράλληλα και η περίπτωση β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.α. Οι κατά τα ανωτέρω υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες και διατυπωμένες εγγράφως, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διασφάλισης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.

Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή του ενίσχυση, η Τράπεζα της Ελλάδος προβαίνει στον ορισμό Επιτρόπου, σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 2 του ν. 3601/2007, ή στην ανάκληση της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου.

β. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση των υπεύθυνων προσώπων του άρθρου 5 παράγραφος 10 περίπτωση γ' στοιχείο i του ν. 3601/2007, εάν κρίνει ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν όλα τα στη δικαιοδοσία τους μέτρα και δεν προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποδείξεις της για αύξηση της κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος.

Τα νέα υπεύθυνα πρόσωπα θα πρέπει να τυγχάνουν της αποδοχής του Ταμείου και θα αξιολογούνται, ως προς την επάρκεια και αποτελεσματικότητα τους, καθ' όλη τη διάρκεια της κεφαλαιακής ενίσχυσης, με δυνατότητα απομάκρυνσης τους από την Τράπεζα της Ελλάδος είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ταμείου.

Μέχρι της ανάληψης των σχετικών καθηκόντων από νέα πρόσωπα, προσωρινά και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, τις σχετικές αρμοδιότητες μπορεί να ασκούν εκπρόσωποι του Ταμείου.

4. Το κατόπιν υπόδειξης της Τράπεζας της Ελλάδος αίτημα του πιστωτικού ιδρύματος για κεφαλαιακή του ενίσχυση μπορεί να υποβάλλεται στο Ταμείο το αργότερο εντός μηνός από τη λήψη της υπόδειξης και θα πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται από:

(α) Επιχειρησιακό σχέδιο, στο οποίο θα στοιχειοθετείται το ύψος της αναγκαίας κεφαλαιακής ενίσχυσης και θα περιγράφονται αναλυτικά τα μέτρα, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να λάβει, ώστε να επιτευχθεί το συντομότερο δυνατόν η διασφάλιση και ενίσχυση της φερεγγυότητας του, μέσω αύξησης κεφαλαίου ή / και αποκατάστασης της κερδοφορίας του, μέσω μείωσης εξόδων ή κινδύνων, στήριξης από άλλες εταιρείες του ομίλου κλπ.. Στο σχέδιο θα μπορούν να περιληφθούν και πιθανές προοπτικές συγχώνευσης ή απορρόφησης ή
μεταβίβασης δραστηριοτήτων ή μονάδων του σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό.

(β) Λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των μέτρων με ρητή αναφορά στο χρόνο, κατά τον οποίο το πιστωτικό ίδρυμα εκτιμά ότι θα μπορέσει να προβεί σε πιθανή εξαγορά των κατ' άρθρο 7 προνομιούχων μετοχών.

5. Εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή του επιχειρησιακού σχεδίου το Ταμείο, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος ή εισήγησης της τελευταίας, μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις, οι οποίες θα πρέπει να υιοθετηθούν από το πιστωτικό ίδρυμα εντός δέκα (10) ημερών από της γνωστοποιήσεως τους σε αυτό.

6. Εφόσον το Ταμείο κρίνει το τροποποιημένο σχέδιο βιώσιμο, αποφασίζει, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος ή εισήγησης της τελευταίας, τη χορήγηση της κατά το άρθρο 7 κεφαλαιακής ενίσχυσης, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση της νομοθεσίας της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και των ακολουθούμενων πρακτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το ύψος της κεφαλαιακής ενίσχυσης αποφασίζεται από το Ταμείο, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος.

7. Το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα οφείλουν να εκπονήσουν από κοινού λεπτομερές σχέδιο αναδιάρθρωσης ή να τροποποιήσουν σχέδιο που έχει υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και τις ακολουθούμενες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εντός έξι (6) μηνών από τη χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης, το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει να υποβληθεί προς έγκριση από το Υπουργείο Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

8. Η υλοποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Παράταση του χρόνου υλοποίησης, μέχρι δύο (2) κατ' ανώτατο όριο έτη, μπορεί να δοθεί με απόφαση του Ταμείου, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος, τήρησης της διαδικασίας της προηγούμενης παραγράφου και υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

9. Το Ταμείο θα παρακολουθεί και θα αξιολογεί την προσήκουσα εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και οφείλει περαιτέρω να παρέχει στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε αναγκαία πληροφόρηση και στοιχείο, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις ενημέρωσης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Άρθρο 7

Χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης Εκδοση μετοχών

1. Η κατά τον παρόντα νόμο κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται μέσω της συμμετοχής του Ταμείου σε αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος, που πραγματοποιείται με την έκδοση προνομιούχων μετοχών, εξαιρέσει της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 ανωτέρω, όπου η αύξηση πραγματοποιείται με την έκδοση κοινών μετοχών. Οι αυξήσεις αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου σε μετρητά και δεν ισχύει τυχόν δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων στην απόκτηση των νέων μετοχών.

2. Η απόφαση της παραγράφου 1 για αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου λαμβάνεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, με την απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παράγραφοι 1 και 2 και 31 παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει και δεν ανακαλείται.

Τυχόν νόμιμοι ή καταστατικοί περιορισμοί ως προς τη σχέση προνομιούχων μετοχών προς κοινές δεν ισχύουν.

Η προθεσμία για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης και των επαναληπτικών της, καθώς και για την υποβολή εγγράφων στις εποπτικές αρχές συντέμνεται στο ένα τρίτο των προθεσμιών που προβλέπονται στον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.

3. Η τιμή διάθεσης των μετοχών θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την εύλογη ή την αγοραία εμπορική αξία, όπως αυτή διαμορφώνεται χωρίς τη στήριξη ή ακόμη και τη δυνατότητα στήριξης του πιστωτικού ιδρύματος από το Ελληνικό Δημόσιο, το Ταμείο ή την Τράπεζα της Ελλάδος εκτός του πλαισίου των πράξεων του Ευρωσυστήματος.

Για τον προσδιορισμό της κατά τα ανωτέρω αξίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εκτιμήσεων δύο (2) ανεξάρτητων ελεγκτικών εταιρειών, που θα διενεργούνται με κοινά αποδεκτές μεθόδους και κριτήρια. Τα εν λόγω ελεγκτικά γραφεία θα ορίζονται από το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα, αντίστοιχα.

Σε περίπτωση απόκλισης των εκτιμήσεων σε ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%), η αξία θα προσδιορίζεται οριστικά από τρίτη ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία, η οποία θα ορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι αναθέσεις στις ελεγκτικές εταιρείες θα πρέπει να προβλέπουν καταληκτικές προθεσμίες για την εκπόνηση των αξιολογήσεων τους, συμβατές με το χρονικό ορίζοντα υλοποίησης του υποβληθέντος επιχειρηματικού σχεδίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει επίσης να τηρούνται οι σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάλογες αποτιμήσεις.

Άρθρο 8

Εξαγορά προνομιούχων μετοχών

1. Οι προνομιούχες μετοχές του προηγούμενου άρθρου εξαγοράζονται στο σύνολο τους από το πιστωτικό ίδρυμα μετά πάροδο πέντε (5) ετών ή και ενωρίτερα, κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος. Ως τιμή εξαγοράς των μετοχών καθορίζεται η υψηλότερη μεταξύ της τιμής διάθεσης (πλέον μη καταβληθέντων απαιτητών μερισμάτων) και της τιμής κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης προς εξαγορά των μετοχών. Ως η κατά το χρόνο λήψης της παραπάνω απόφασης τιμή λογίζεται η εύλογη αξία των προνομιούχων μετοχών, προσδιοριζόμενη κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου. Μερική εξαγορά μετοχών δεν επιτρέπεται. Η εξαγορά τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και χορηγείται, εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

2. Σε περίπτωση παρέλευσης της πενταετίας χωρίς να έχει εν τω μεταξύ ολοκληρωθεί η εξαγορά των προνομιούχων μετοχών από το πιστωτικό ίδρυμα, επιβάλλεται σωρευτική ετήσια προσαύξηση σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της κατά το άρθρο 10 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου απόδοσης.

Άρθρο 9

Μετατροπή των προνομιούχων μετοχών σε κοινές

1. Οι προνομιούχες μετοχές μετατρέπονται σε κοινές μεταβιβάσιμες μετοχές με απόφαση του Ταμείου, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον: (α) δεν επιτυγχάνονται συγκεκριμένοι στόχοι του σχεδίου αναδιάρθρωσης, συμπεριλαμβανομένου αυτού για το ύψος της κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος ή (β) δεν πληρούται το γενικό ελάχιστο όριο του δείκτη για τα Βασικά Ιδια Κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος ή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας με βάση το άρθρο 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007.

2. Η τιμή μετατροπής των προνομιούχων σε κοινές προσδιορίζεται, κατά το χρόνο παροχής της κεφαλαιακής ενίσχυσης, με βάση την τιμή διάθεσης των προνομιούχων μετοχών, όπως αυτή καθορίζεται από το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις των ελεγκτικών εταιρειών, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 για την εύλογη ή την εμπορική αξία της μετοχής, όπως αυτή διαμορφώνεται χωρίς τη στήριξη ή τη δυνατότητα στήριξης του πιστωτικού ιδρύματος από το Ελληνικό Δημόσιο, το Ταμείο ή την Τράπεζα της Ελλάδος εκτός του πλαισίου των πράξεων του Ευρωσυστήματος και σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των ακολουθούμενων πρακτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων.

Άρθρο 10

Δικαιώματα των προνομιούχων μετοχών

1. Οι προνομιούχες μετοχές του άρθρου 7 εκδίδονται με δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση των προνομιούχων μετόχων του άρθρου 7 και παρέχουν τα προνόμια των παραγράφων 2, 3 και 5 του παρόντος άρθρου. Οι μετοχές αυτές δεν μεταβιβάζονται από το Ταμείο σε τρίτα πρόσωπα και δεν είναι δεκτικές εισαγωγής σε οργανωμένη αγορά μέχρι τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου (30.6.2017).

2. Οι προνομιούχες αυτές μετοχές παρέχουν δικαίωμα μη σωρευτικής απόδοσης, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Ταμείου, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και τις σχετικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι μετοχές αυτές έχουν, σε κάθε περίπτωση, τις εν γένει ιδιότητες βάσει των οποίων γίνονται δεκτές ως πρόσθετα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3601/2007 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε περίπτωση που το ποσοστό των προνομιούχων μετοχών υπερβαίνει το ανώτερο προβλεπόμενο όριο επί των βασικών ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, το υπερβάλλον συνυπολογίζεται στα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια αυτού.

3. Οι προνομιούχες μετοχές του άρθρου 7 παρέχουν στο Ταμείο το δικαίωμα συμμετοχής στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος, με ένα πρόσθετο μέλος, ως εκπρόσωπο του Ταμείου. Ο εκπρόσωπος έχει:

α) το δικαίωμα να ζητεί τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 7 και

β) το δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος:

i) σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και τους γενικούς διευθυντές και τους αναπληρωτές τους, ή

ii) εφόσον η υπό συζήτηση απόφαση δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει σοβαρά τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα ή την εν γένει συνετή και εύρυθμη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος (όπως επιχειρηματική στρατηγική, διαχείριση στοιχείων ενεργητικού - παθητικού κλπ.),

γ) το δικαίωμα να ζητεί την αναβολή επί τρεις (3) εργάσιμες ημέρες της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να λάβει οδηγίες από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, το οποίο διαβουλεύεται για το σκοπό αυτόν με την Τράπεζα της Ελλάδος. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί έως το πέρας της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος.

4. Σε κάθε περίπτωση οι αποδοχές των προσώπων που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 3 υπό στοιχείο β' περίπτωση i, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι πάσης φύσης πρόσθετες απολαβές (bonus) των ιδίων προσώπων καταργούνται για το χρονικό διάστημα συμμετοχής του πιστωτικού ιδρύματος στο πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης του παρόντος νόμου. Αναφορικά με τα μερίσματα της ίδιας διάταξης, εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 3 του ν. 3723/2008.

5. Ο ίδιος εκπρόσωπος παρίσταται στη Γενική Συνέλευση των κοινών μετόχων και έχει δικαίωμα αρνησικυρίας κατά τη συζήτηση και λήψη απόφασης για τα ίδια ως άνω θέματα.

6. Ο εκπρόσωπος έχει ελεύθερη πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία της Τράπεζας, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου.

7. Η ιδιότητα του εκπροσώπου του Ταμείου του παρόντος άρθρου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 1 παράγραφος 3 εδάφιο β' του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ 250 Α').

8. Το δικαίωμα αρνησικυρίας του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου του ν. 3723/2008 αφορά αποκλειστικά αποφάσεις σχετικές με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους γενικούς διευθυντές και τους αναπληρωτές τους.

9. Σε περίπτωση εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, το Ταμείο, ως μέτοχος, ικανοποιείται από το προϊόν εκκαθάρισης προνομιακά έναντι όλων των άλλων μετόχων, περιλαμβανομένου του Δημοσίου ως δικαιούχου των προνομιούχων μετοχών του ν. 3723/2008.

Άρθρο 11

Παροχή στοιχείων - Ελεγχοι - Απόρρητο

1. Για την εκπλήρωση του κατά τον παρόντα νόμο σκοπού του, το Ταμείο μπορεί να ζητεί, ακόμη και πριν την προσφυγή σε αυτό προς κεφαλαιουχική ενίσχυση:

(α) την παροχή από τα πιστωτικά ιδρύματα, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, οποιουδήποτε σχετικού στοιχείου και πληροφορίας. Οι σχετικές πληροφορίες γνωστοποιούνται στο Ταμείο από την Τράπεζα της Ελλάδος και καλύπτονται από το κατ' άρθρο 60 του ν. 3601/2007 υπηρεσιακό απόρρητο, μη δυνάμενες να γνωστοποιηθούν σε οποιονδήποτε τρίτο χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος και

(β) τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος με τη συμμετοχή εκπροσώπου του Ταμείου ή εμπειρογνωμόνων ή και εξωτερικών ελεγκτών ή ελεγκτικού γραφείου του ν. 3693/2008, οριζομένων από το Ταμείο, οι οποίοι υπέχουν καθήκον άκρας εχεμύθειας, κατ' ανάλογη εφαρμογή των οικείων προβλέψεων του άρθρου 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε' του παρόντος νόμου.

Άρθρο 12

Οικονομικά αποτελέσματα - Διάθεση κερδών

1. Το Ταμείο υποχρεούται να δημιουργήσει λογαριασμούς αποθεματικών από διαφορές αποτίμησης.

2. Τα καθαρά κέρδη και ζημίες του Ταμείου προσδιορίζονται σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, προσαρμοσμένα για τον ειδικό σκοπό του Ταμείου.

3. Τα διανεμόμενα κέρδη προκύπτουν ως ακολούθως:

α. με αφαίρεση από τα καθαρά κέρδη του συνολικού ποσού μη πραγματοποιηθέντων κερδών από διαφορές αποτίμησης και με μεταφορά του αντίστοιχου ποσού στον οικείο λογαριασμό αποθεματικών από διαφορές αποτίμησης και

β. με αφαίρεση από τον οικείο λογαριασμό αποθεματικών από διαφορές αποτίμησης και πρόσθεση στα κατά το προηγούμενο εδάφιο α' διανεμόμενα κέρδη, του ποσού τυχόν μη πραγματοποιηθέντων κερδών που είχε αφαιρεθεί από τα καθαρά κέρδη μίας ή περισσοτέρων προηγούμενων χρήσεων και είχε πραγματοποιηθεί εντός της τρέχουσας χρήσης.

4. Οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες από διαφορές αποτίμησης θα μεταφέρονται στους οικείους λογαριασμούς διαφορών αποτίμησης έως ότου οι εν λόγω λογαριασμοί εμφανίζουν μηδενικό υπόλοιπο. Κατόπιν τούτου οι ως άνω ζημίες καλύπτονται από τα κέρδη της τρέχουσας χρήσης και εν συνεχεία από το κεφάλαιο.

5. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση των οικονομικών του καταστάσεων, το Ταμείο μεταφέρει το σύνολο των διανεμόμενων κερδών στο Ελληνικό Δημόσιο, ως έσοδο για τους σκοπούς του Γενικού Προϋπολογισμού του Κράτους.

Άρθρο 13

Οικονομικές καταστάσεις - Ελεγχος

1. Το οικονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ειδικά η πρώτη χρήση θα είναι υπερδωδεκάμηνη, με λήξη την 31.12.2011.

2. Εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους, το Ταμείο εγκρίνει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς και αντίγραφο τους, με την έκθεση του ελεγκτή της επόμενης παραγράφου, καθώς και την έκθεση πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου, αποστέλλεται στη Βουλή των Ελλήνων, τον Υπουργό Οικονομικών, τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το Ταμείο εκδίδει επίσης μηνιαία ισοζύγια, αντίγραφα των οποίων αποστέλλονται στους παραπάνω αποδέκτες.

3. Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος του Ταμείου διενεργείται από νόμιμους ελεγκτές ή αναγνωρισμένο ελεγκτικό γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008, που επιλέγονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών με πενταετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί μέχρι 30.6.2017. Οι ελεγκτές απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας και έχουν πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, στοιχεία και λογαριασμούς του Ταμείου και αναφέρονται στο Διοικητικό Συμβούλιο για οποιοδήποτε θέμα άπτεται της οικονομικής διαχείρισης και του ελεγκτικού τους έργου. Πρόωρη λήξη της θητείας των ελεγκτών χωρεί κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

4. Εκτακτος έλεγχος του Ταμείου μπορεί να διενεργείται οποτεδήποτε με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Το πόρισμα του εκτάκτου ελέγχου υποβάλλεται στη Βουλή των Ελλήνων.

Άρθρο 14

Εσωτερικός έλεγχος

1. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ελεγκτικής λογιστικής εμπειρίας ως εσωτερικός ελεγκτής και προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου του Ταμείου, με πενταετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί μέχρι 30.6.2017. Ο εσωτερικός ελεγκτής δεν υπάγεται στην υπηρεσιακή ιεραρχία, απολαμβάνει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έχει πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, στοιχεία και λογαριασμούς του Ταμείου και αναφέρεται απευθείας στο Διοικητικό Συμβούλιο. Με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, μετ' εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, μπορεί να ορίζονται έως και δύο (2) ακόμη εσωτερικοί ελεγκτές, οι οποίοι επικουρούν τον προϊστάμενο εσωτερικό ελεγκτή.

2. Ο εσωτερικός ελεγκτής υπόκειται στα ασυμβίβαστα των άρθρων 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε' του παρόντος νόμου και 7 παράγραφος 3 εδάφιο β' του ν. 3016/2002 και υπέχει υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας. Πρόωρη λήξη της θητείας του χωρεί κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

3. Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή ορίζονται στον Κανονισμό της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, που εγκρίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και καταλαμβάνουν, κατ' ελάχιστον, τις αναφερόμενες στο άρθρο 8 του ν. 3016/2002, στο μέτρο που είναι συμβατές με τη λειτουργία και το σκοπό του Ταμείου.

4. Η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου εποπτεύεται από Επιτροπή Εσωτερικού Ελέγχου, που συγκροτείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και αποτελείται από δύο (2) μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εκ των οποίων το ένα επιλέγεται μεταξύ των ex officio μελών του, καθώς και από εξωτερικό ειδικό εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής. Αναφορικά με τη διάρκεια και την τυχόν πρόωρη λήξη της θητείας, τις υποχρεώσεις και τα ασυμβίβαστα του τελευταίου, ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

5. Στις αρμοδιότητες της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου εμπίπτουν ιδίως: α) η επίβλεψη της εσωτερικής ελεγκτικής λειτουργίας, β) η εισήγηση για το διορισμό εξωτερικών ελεγκτών και την έκταση των εξωτερικών ελέγχων, γ) η διαβούλευση με τους εξωτερικούς ελεγκτές αναφορικά με τα πορίσματα των ελέγχων των τελευταίων, δ) ο έλεγχος, από κοινού με τους εξωτερικούς ελεγκτές, των οικονομικών καταστάσεων του τέλους του έτους, ε) η υποβολή εκθέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο σε τακτική βάση και στ) η ρύθμιση κάθε θέματος που διέπει τη λειτουργία της.

6. Στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου δύνανται να παρίστανται, κατόπιν προσκλήσεως τους από αυτή, τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή μέλη του προσωπικού του Ταμείου.

Άρθρο 15

Φορολογικές απαλλαγές

Το Ταμείο απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών του Δημοσίου, απαλλασσόμενο από την καταβολή άμεσων ή έμμεσων φόρων, εισφορών υπέρ τρίτων και τελών οποιασδήποτε φύσης, εξαιρουμένου του Φ.Π.Α..

Άρθρο 16

Λοιπές διατάξεις

1. Κατά το χρονικό διάστημα της τυχόν συμμετοχής του Ταμείου στο κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων, δεν επιτρέπεται η αγορά ιδίων μετοχών από αυτά χωρίς την έγκριση του Ταμείου.

2. Η απόκτηση συμμετοχής του Ταμείου σε πιστωτικό ίδρυμα με την έκδοση προνομιούχων μετοχών, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, δεν συνεπάγεται, εν όψει και του αμιγώς ιδιωτικού χαρακτήρα του Ταμείου, την κατά το ελληνικό δίκαιο υπαγωγή αυτού του πιστωτικού ιδρύματος στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

3. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δεν μπορούν να απασχοληθούν σε πιστωτικά ιδρύματα για δυο (2) έτη, μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της θητείας τους. Αντίστοιχη απαγόρευση υφίσταται και για το προσωπικό του Ταμείου, που ισχύει για έξι (6) μήνες από τη λήξη των συμβάσεων τους.

4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το προσωπικό του Ταμείου δεν υπέχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ει μη μόνον για δόλο ή βαρεία αμέλεια.

5. Με τον παρόντα νόμο δεν θίγονται οι, με βάση το καταστατικό της και την ισχύουσα νομοθεσία, αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος, περιλαμβανομένων των μέτρων που μπορεί να λαμβάνει με βάση τα άρθρα 62, 63, 64 κα 68 του ν. 3601/2007.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους

Αθήνα, 16 Ιουλίου 2010

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 20 Ιουλίου 2010

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
Χ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ