182/2008 ΑΠ: Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και καταβολή αποζημίωσης.

Divider

Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997 η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ` οιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Επίσης, ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξαρτήτως από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για αποζημίωση λόγω απολύσεως ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τηρήσεως των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχείας ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (ΑΠ Ολομ. 32/1988).

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) προσελήφθη από την αναιρεσείουσα (εναγόμενη), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις ....., προκειμένου να απασχοληθεί ως τεχνίτης λιθογράφος στην επιχείρηση τυπογραφείου, που διατηρεί η αναιρεσείουσα στην ......... Αττικής. Το ωράριο εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν από 7.00` έως 15.00`, πλην όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν τηρήθηκε σταθερά, αφού αυτός εξαρχής, με την ανοχή της αναιρεσείουσας, καθυστερούσε να προσέρχεται στην εργασία του, με αποτέλεσμα ουσιαστικά να μην έχει σταθερή ώρα προσέλευσης. Πάντως, όταν καθυστερούσε να προσέλθει στην εταιρία, συνέχιζε να εργάζεται και μετά τις 3.00`, προκειμένου να συμπληρώσει το ωράριό του. Υπήρχαν, βέβαια, και ελάχιστες περιπτώσεις, που ο αναιρεσίβλητος απουσίαζε από την εργασία του ολόκληρη την ημέρα. Το έτος 1997,όταν η επιχείρηση περιήλθε ουσιαστικά στα τέκνα του ........., αρχικού ιδιοκτήτη της εταιρίας, η αναιρεσείουσα επέδωσε στον αναιρεσίβλητο τις από 4-9-1997 και από 18-9-1997 εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις, με τις οποίες κάλεσε αυτόν να είναι συνεπής στην τήρηση του ωραρίου του και να παύσει να προσέρχεται καθυστερημένα στην εργασία του, προειδοποιώντας τον παράλληλα ότι, σε περίπτωση που εξακολουθούσε να προσέρχεται καθυστερημένα στην εργασία του, η συμπεριφορά του αυτή θα εθεωρείτο από την εταιρία ως καταγγελία εκ μέρους του της σύμβασης εργασίας. Μάλιστα ο αναιρεσίβλητος, το έτος 2000, υπέγραψε νέα σύμβαση εργασίας, με την οποία αποδέχθηκε να προσέρχεται στην εργασία του στις 7.00 π.μ. Ομως, λόγω της συνήθειας που είχε αποκτήσει, ο αναιρεσίβλητος δεν μπόρεσε να πειθαρχήσει στην αυστηρή τήρηση του ως άνω ωραρίου, με αποτέλεσμα να συνεχίσει και στο μετέπειτα χρονικό διάστημα να προσέρχεται καθυστερημένα στην εργασία του. Κατόπιν αυτού, η αναιρεσείουσα, στις 28-11-2002, επέδωσε στον αναιρεσίβλητο την από 26-11-2002 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτυρόταν και πάλι για τη σκόπιμη, όπως υποστήριζε, παραβίαση του ωραρίου εργασίας και κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να προσέρχεται κανονικά στην εργασία του, επισημαίνοντας σ` αυτόν, όπως και προηγουμένως, ότι κάθε μελλοντική παραβίαση του ωραρίου θα εθεωρείτο από την εταιρία ως αδικαιολόγητη άρνηση παροχής της συμφωνηθείσας εργασίας και ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους αυτού. Παρόλα αυτά, ο αναιρεσίβλητος, αφού συμμορφώθηκε για μικρό χρονικό διάστημα, στη συνέχεια εξακολούθησε την ίδια τακτική της καθυστερημένης προσέλευσης στην εργασία του, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η αναιρεσείουσα να του επιδώσει, μετά από 14 μήνες περίπου, και την από 26-1-2004 νέα εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, με παρόμοιο με τις προηγούμενες περιεχόμενο. Παρόλα αυτά, ο αναιρεσίβλητος μετά από λίγες ημέρες συνέχισε να προσέρχεται καθυστερημένα στην εργασία του. Eτσι, από τα αντίγραφα της κάρτας προσέλευσης του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός προσήλθε στην εργασία του στις 2-2-2004 στις 7:54 π.μ., στις 3-2-2004 στις 7:16, στις 4-2-2004 στις 7:40, στις 5-2-2004 στις 7:21, στις 8-2-2004 στις 7:35, ενώ την ημέρα εργάστηκε κανονικά. Στις 11-2-2004 η αναιρεσείουσα, ενόψει της συνεχιζόμενης ως άνω καθυστερημένης προσέλευσης του αναιρεσιβλήτου στην εργασία του, αλλά και επικαλούμενη παράλληλα και αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος από την εργασία του στις 10-2-2004 (ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι προσήλθε καθυστερημένα αλλά παρεμποδίστηκε η είσοδος του στο χώρο εργασίας), επέδωσε σ` αυτόν την από 10-2-2004 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση, με την οποία δήλωσε ότι θεωρεί την αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του και ταυτόχρονα ως οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, ότι με την συμπεριφορά του απέβλεπε αποκλειστικά να την εξαναγκάσει να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Κατόπιν της ως άνω εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος προσέφυγε αυθημερόν στην επιθεώρηση εργασίας, ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω δήλωση της αναιρεσείουσας ισοδυναμεί με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της εταιρίας, ενώ η τελευταία επανέλαβε τα όσα ανέφερε στις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις της. Έκτοτε, η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος από 1-5-2004 προσλήφθηκε από άλλη εταιρία, που εδρεύει στη ..... Αττικής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο αναιρεσίβλητος υπήρξε συστηματικά ασυνεπής ως προς την τήρηση του συμφωνημένου ωραρίου του και συγκεκριμένα ως προς την ακριβή ώρα προσέλευσης στην εργασία του. Oμως, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος επιθυμούσε τη λύση της σύμβασης εργασίας του και ότι η καθυστερημένη προσέλευση αυτού, ακόμη και η αποχή από την εργασία του στις 10-2-2004, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, παρά την πρόσφατη προειδοποίηση που είχε γίνει σ` αυτόν με την από 26-1-2004 εξώδικη δήλωση της τελευταίας, συνιστά σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της συμβάσεως ο εργασίας του.

Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη, το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος όταν προσερχόταν καθυστερημένα στην εργασία του παρέμενε σ` αυτή και μετά τη λήξη του συμφωνημένου ωραρίου του, προκειμένου να συμπληρωθεί το πλήρες ωράριο απασχόλησής του καθώς και το ότι η εν λόγω τακτική αυτού ήταν μακροχρόνια, συνεχιζόμενη μάλιστα με την ανοχή της αναιρεσείουσας και μετά τις σχετικές προειδοποιήσεις που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1997 και 2002, η εκτεθείσα καθυστερημένη προσέλευση αυτού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις από τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ συναγόμενες αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως αυτού για τη λύση της εργασιακής συμβάσεως.

Αντίθετα, από το περιεχόμενο της τελευταίας ως άνω, από 10-2-2004 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας, προκύπτει σαφώς ότι αυτή έπαυσε να αποδέχεται τις έστω και πλημμελώς, ως προς την πιστή τήρηση του ωραρίου, εκτελούμενες υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου και ως εκ τούτου υπήρξε εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του τελευταίου αυτού (αναιρεσιβλήτου).

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστερημένη προσέλευση του αναιρεσιβλήτου στην εργασία του γινόταν από πρόθεση αυτού, προκειμένου να εξαναγκαστεί η αναιρεσείουσα να τον απολύσει και να εισπράξει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.

Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι αυτή οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, η οποία προέκυψε και από την μακροχρόνια ανοχή της αναιρεσείουσας στη συγκεκριμένη πλημμελή τήρηση του ωραρίου εκ μέρους του. Το γεγονός ότι η πλημμελής εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του αναιρεσιβλήτου συνίστατο επί μακρό χρόνο, αποκλειστικά και μόνον, στην καθυστερημένη προσέλευσή του στην εργασία του ενισχύει την ανωτέρω άποψη. Επίσης, ενισχυτικό αυτού, είναι και το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος σε τέσσερα έτη θα συνταξιοδοτείτο, οπότε δεν υπήρχε κάποιος λόγος να προκαλέσει τη λύση της σύμβασής του και να αναγκαστεί σε μεγάλη ηλικία να αναζητήσει άλλη εργασία.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, και αφού απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση δέχθηκε την υπό δίκη αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση λόγω απολύσεως ποσό 24.675 ευρώ.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "................." περί αναιρέσεως της 7465/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια δακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.