1867/2005 ΜονΠρωτΑθ: Απαγόρευση ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας διάστημα.

Divider

Η απαγόρευση ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της σύμβασης διάστημα αποτελεί συμφωνηθείσα διεύρυνση και χρονική επέκταση της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού που ισχύει κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, η οποία αποτελεί ειδική, παρεπόμενη υποχρέωση του εργαζομένου, και συνιστά έκφανση της γενικότερης και παγιωμένης υποχρέωσης πίστης του εργαζομένου, απέναντι στο πρόσωπο και την επιχείρηση του εργοδότη του, όπως αυτή αντανακλά την αρχή της καλής πίστης του άρθρου 288 Α.Κ. Τα συμβαλλόμενα μέρη, κάνοντας χρήση της συμβατικής ελευθερίας, έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν την απαγόρευση ανταγωνισμού και για το μετά τη λύση της σύμβασης διάστημα, δια της συνομολόγησης σχετικών προς τούτο ρητρών (Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, Αθήνα 1999, σελ. 375).

Η σχετική συμφωνία δεν συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό του συνταγματικού ατομικού δικαιώματος του εργαζομένου στα πλαίσια της διαγραφόμενης από τα άρθρα 189, 192, 193 και 361 Α.Κ. αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, διότι η συνταγματική κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών δεν αποκλείει τους συμβατικούς περιορισμούς (αι ρήτραι περί μη ανταγωνισμού του εργαζομένου, Χριστόφορου Χριστοφορίδη, Νομικό Βήμα τ. 20, σελ. 1259). Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για την προστασία του εργαζομένου από συμβατικούς περιορισμούς της επαγγελματικής τους ελευθερίας, ο εφαρμοστής του δικαίου καταφεύγει στη συνδρομή των διατάξεων της Α.Κ. 178 και 179 για να περιορίσει την ιδιωτική αυτονομία των μερών.

Με τη συνδρομή αυτών των διατάξεων, τότε μόνο θεωρείται άκυρη η ρήτρα περί απαγόρευσης του ανταγωνισμού, όταν συνεπάγεται υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου, η οποία (δέσμευση) φτάνει σε τέτοιο βαθμό που αίρει την προσωπική και οικονομική αυτοτέλεια του εργαζομένου (Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, Αθήνα 1999, σελ. 381).

Η κρίση για το εάν η συγκεκριμένη κάθε φορά ρήτρα συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας του εργαζομένου εναπόκειται στο δικαστή, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα αξιολογήσει και θα σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μερών. Κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη είναι: α) η χρονική διάρκεια και ο τοπικός χαρακτήρας της απαγόρευσης, β) το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου και γ) η ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη (βλ. Α.Π. 1285/ 1984 ΕΕργΔ 1985,575 επ., Χριστοφορίδη, όπ.π.).

Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη ειδικού οικονομικού ανταλλάγματος δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σχετικής ρήτρας, αλλά συνεκτιμάται ως κριτήριο, τότε μόνο, όταν κρίνεται ότι οι λοιποί όροι της δέσμευσης, δηλαδή η χρονική διάρκεια, η χωρική έκταση και το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας υπερβαίνουν τα ακραία όρια που θέτουν στην ιδιωτική αυτονομία τα χρηστά ήθη (Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, Αθήνα 1999, σελ. 382, Γ. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο 1995, σελ. 550). Ετσι έχει κριθεί από τη νομολογία ότι δεν είναι άκυρη η απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά τη λύση της σύμβασης, ακόμη και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα (Α.Π. 1285/1984 ΕΕργΔ 1985, 575, Α.Π. 1192/1992 ΔΕΝ 1993, 85).

Και στην περίπτωση όμως που κρίνεται ότι η ρήτρα περί μη ανταγωνισμού υπερβαίνει τα ακραία όρια, και άρα απαιτείται η ύπαρξη οικονομικού ανταλλάγματος, αυτό μπορεί να συνίσταται και σε περιοδικές παροχές σε είδος ή σε καταβαλλόμενο μισθό κατά πολύ ανώτερο από το νόμιμο (βλ. Γιάννη Καρούζου, Ο αθέμιτος ανταγωνισμός στις εργασιακές σχέσεις, σε Φορολογική Επιθεώρηση, σελ. 566).

Αλλά και από πλευράς εταιρικού δικαίου είναι δεδομένη η σχέση εμπιστοσύνης που συνδέει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους διαχειριστές -μη μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με το νομικό πρόσωπο της κάθε μορφής εταιρείας και η συνακόλουθη ανάληψη της υποχρέωσης καλής διαχείρισης της εταιρικής περιουσίας, από την οποία απορρέει η υποχρέωση πίστεως των συμβούλων.

Αυτοτελές περιεχόμενο της τελευταίας είναι η παράλειψη κάθε ενέργειας που θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα της εταιρείας έκφανση της υποχρέωσης πίστεως είναι αφενός η υποχρέωση να μην κοινοποιούν απόρρητα της εταιρείας που γνωρίζουν λόγω της ιδιότητάς τους και αφετέρου η απαγόρευση ανταγωνισμού (βλ. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρείες, σελ. 209, Παπαπαναγιώτου, ΕΕργΔ 1962, σελ. 13 επ.).

Η υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού αποτυπώνεται στο άρθρο 23 του ν. 2190/ 1920, το οποίο αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής υποχρέωσης πίστης του εταιρικού δικαίου, εφαρμοζόμενης σε κάθε τύπο εταιρείας. Η διάταξη του άρθρου 23 δεν αφορά μόνον διευθυντές -μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, αλλά, τίθεται με ευρεία έννοια και δύναται να αναφέρεται και σε τρίτο - μη σύμβουλο, ο οποίος ασκεί καθήκοντα διευθυντού της εταιρείας (βλ. Πασσιά, Β, σελ. 664).

Η απαγόρευση ανταγωνισμού για τους Γενικούς Διευθυντές των εταιρειών περιλαμβάνει κάθε είδους πιθανή ανταγωνιστική πράξη, η οποία μπορεί να βλάψει την περιουσία και τα συμφέροντα της εταιρείας και μπορεί να αναφέρεται σε συμμετοχή, ίδρυση, διεύθυνση ανταγωνίστριας εταιρείας, διάδοση των απορρήτων της εταιρείας και, εν γένει, οιαδήποτε διενέργεια ανταγωνιστικής πράξης προς όφελος εταιρείας με παρόμοιο σκοπό. Χρονικά η σχετική απαγόρευση ανταγωνισμού ισχύει πέρα από το χρόνο που διατηρεί την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή και για το χρονικό διάστημα μετά την παύση του από τη διεύθυνση της εταιρικής επιχείρησης και τούτο διότι η εταιρεία μπορεί να υποστεί ζημία εκ της συμμετοχής του σε άλλη ανταγωνιστική επιχείρηση, στην οποία, προφανώς, ο αποχωρών είναι σε θέση να μεταφέρει τα μυστικά, απόρρητα της επιχειρήσεως, καθώς, και μεθόδους ή πληροφορίες που είναι κρίσιμες για την εξέλιξη και τη στρατηγική των ανταγωνιστών στη σχετική αγορά. Σαφώς, δεν είναι δυνατόν ο αποχωρών διευθυντής να παραμείνει εσαεί άνεργος ή αδρανής, αλλά ούτε επιτρέπεται να μεταπηδήσει από τη μια μέρα στην άλλη στη διεύθυνση της ανταγωνιστικής εταιρείας. Ως προς το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δύναται να συνεχίζεται η απαγόρευση, εξαρτάται κάθε φορά από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και κρίνεται με βάση τις αρχές της καλής πίστης (βλ. Λεβαντής, Το δίκαιον των εμπορικών εταιρειών, 1998, σελ. 839), δεν υφίσταται δε περαιτέρω υποχρέωση ειδικότερης πρόβλεψης καταβολής κατ` αποκοπή συμβατικού ανταλλάγματος για την τήρηση της ως άνω υποχρέωσης (βλ. και Χριστοφορίδη, ό.π., σελ. 1263, όπου ορίζεται ανάμεσα στα άλλα, ότι "εις την σύμβασιν εταιρείας, η ρήτρα περί απαγορεύσεως μελλοντικού ανταγωνισμού δύναται να συνομολογηθεί και άνευ αυτοτελούς ανταλλάγματος, ...διότι η τοιαύτη ρήτρα επεκτείνει απλώς μετά την λύσιν της εταιρείας την υφιστάμενη ήδη κατά το άρθρο 747 του Α.Κ. νόμιμη υποχρέωση του εταίρου...", και με βάση τη θεωρία κάθε διευθύνοντος την εταιρεία).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (...) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε το 1992 από τη μητρική εταιρεία της εναγομένης Ολλανδίας και από τις 29.11.1993 άρχισε να απασχολείται στη θυγατρική της "*", η οποία το 1998 τέθηκε υπό εκκαθάριση. Από την 1.1.1999 αυτός συνήψε νεότερη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγόμενη, δυνάμει της οποίας του απαγορεύθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας ή κατά την περίοδο ενός έτους μετά το πέρας της εργασίας του, να ιδρύσει -διοικήσει άμεσα ή έμμεσα, μία εταιρεία, ίδια παρόμοια ή σχετική με αυτή του εργοδότη ή να έχει ενδιαφέρον ή συμμετοχή σε κάθε είδους τέτοιας εταιρείας, ως υπάλληλος ή όχι είτε με αμοιβή ή χωρίς γραπτή ρητή εντολή από τον εργοδότη. Εταιρείες σχετικές με την επιχείρηση του εργοδότη καθορίζονται σε αυτό το πλαίσιο. Εταιρείες που ασχολούνται με την κατασκευή, εμπορία, συσκευασία, αποθήκευση ή κάθε άλλη χρήση χαρτονιών για να περιέχουν υγρά γενικώς, καθώς επίσης και συστήματα σφραγίσματος για αυτά τα χαρτόνια. Με τη σύμβαση αυτή ουδεμία πρόβλεψη περιλήφθηκε περί πληρωμής ανάλογης οικονομικής αντιπαροχής της εναγομένης προς αυτόν, ως αντάλλαγμα για την απαγόρευση που του επιβλήθηκε. Στις 15.7.2002 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβασή του, καταβάλλοντάς του και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ταυτόχρονα δε απαίτησε την εφαρμογή της εν λόγω ρήτρας. Με βάση τον ανωτέρω όρο, το περιεχόμενο της συμφωνηθείσας ρήτρας μη ανταγωνισμού ορίσθηκε με σαφήνεια μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος ως ακολούθως: Η διάρκεια της μετασυμβατικής απαγόρευσης συνομολογήθηκε στο ένα έτος από τη λύση της σύμβασης. Η απαγόρευση ανταγωνισμού αφορά αποκλειστικώς τη μη διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων σε εταιρείες σχετικές με την επιχείρηση του εργοδότη, δηλαδή σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της κατασκευής, εμπορίας, συσκευασίας, της αποθήκευσης ή οποιασδήποτε άλλης χρήσης χαρτοκιβωτίων προοριζόμενων γενικά να περιέχουν υγρά, καθώς και συστημάτων πληρώσεως τέτοιων χαρτοκιβωτίων. Οι ανταγωνιστικές πράξεις που απαγορεύονται αναφέρονται, συγκεκριμένα και ξεκάθαρα, σε απαγόρευση ίδρυσης και διοίκησης εταιρείας με συναφή με την εναγόμενη δραστηριότητα και στην απαγόρευση απόκτησης συμφερόντων ή συμμετοχής σε τέτοια εταιρεία ως υπάλληλος ή μη, επί πληρωμή ή μη. Η άσκηση ακόμη και αυτών των απαγορευμένων δραστηριοτήτων εξαρτάται από προηγούμενη άδεια της εταιρείας, πράγμα που σημαίνει ότι, σε περίπτωση που γίνει στον ενάγοντα προσφορά εργασίας από εταιρεία που ανήκει στις απαγορευμένες, τότε ο ενάγων μπορεί να ζητήσει από την εναγόμενη τη σχετική άδεια. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια της χρονικής και χωρικής έκτασης της ρήτρας, σε συνδυασμό με το είδος της απαγορευόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και το δικαιολογημένο συμφέρον του εργοδότη, καθίσταται σαφές το γεγονός ότι δεν πρόκειται για γενική και αόριστη ρήτρα περί μη ανταγωνισμρύ αλλά για πολύ στενά ορισμένη και συγκεκριμένη, με την οποία περιορίζονται στο μέγιστο βαθμό οι επιχειρήσεις που θεωρούνται ανταγωνιστικές στο πλαίσιο της ρήτρας αυτής και οι ανταγωνιστικές πράξεις που απαγορεύονται στον ενάγοντα. Οσον αφορά δε τους ειδικότερους όρους, της σύμβασης: α) η χρονική διάρκεια του ενός έτους αποτελεί τη μικρότερη δυνατή δέσμευση σε χρονικό επίπεδο, η οποία συνομολογείται κατά συναλλακτική πρακτική, είναι δε εύλογη και απόλυτα θεμιτή. Σύμφωνα με πάγια νομολογία έχει κριθεί ότι είναι έγκυρος ο όρος εργασιακής σύμβασης, κατά τον οποίο απαγορεύεται στον εργαζόμενο να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε πελάτες του εργοδότη επί διετία μετά τη λύση της σύμβασης (βλ Α.Π. 1285/ 1984 ΕΕργΔ 44, 575, Ολ.Α.Π. 858/1984 ΕΕργΔ 43, 623, Κ. Ρόκα, όπ.π., ΕΕργΔ 2, 645 επ.). β) όσον αφορά το χωρικό περιορισμό, η εγκυρότητα της σχετικής απαγόρευσης κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου και το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη. Συνεπώς, στην περίπτωση της επιχειρηματικής ανάπτυξης της εναγόμενης, είναι θεμιτός και απαραίτητος ο ορισμός του συνόλου της ελληνικής επικράτειας, ως της έκτασης ισχύος της απαγόρευσης, καθώς η εναγόμενη, οι ανταγωνίστριές της, αλλά, και οι πελάτες της, λόγω της φύσεως του σκοπού και των εργασιών τους, δραστηριοποιούνται στο σύνολο της επικράτειας. Ο ενάγων, μάλιστα, εκπροσώπησε και ενήργησε για λογαριασμό της εναγόμενης σε όλο το εύρος της χώρας, κατά συνέπεια, θα ήταν άνευ αντικειμένου ο περαιτέρω τοπικός προσδιορισμός της απαγόρευσης μετασυμβατικού ανταγωνισμού, γ) αναφορικά με την έκταση του περιορισμού της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου, είναι προφανές ότι δεν συνίσταται σε αποκλεισμό του εργαζομένου από την αγορά εργασίας που να οδηγεί σε πλήρη αδυναμία απασχόλησής του. Ο περιορισμός αυτός αφορά κατά ρητό όρο της σύμβασης μόνο στις εταιρείες που εμπορεύονται χαρτοκιβώτια για υγρά τρόφιμα. Τέτοιες υφίστανται ελάχιστες στην Ελλάδα και στην Αθήνα, και ως επί το πλείστον θυγατρικές ξένων ομίλων, ανταγωνίστριες εταιρείες, με πολλαπλώς αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και συνεχή διαπάλη, ήτοι, με συμφέρον διερεύνησης των απορρήτων της κάθε επιχείρησης. Συνεπώς είναι άκρως περιορισμένος και συγκεκριμένος ο αριθμός των εταιρειών που συνιστούν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια αυτού του όρου. Ο ενάγων, πέρα από το γεγονός ήταν ελεύθερος να παράσχει τις εργασίες του ως διευθυντής πωλήσεων, στο πλαίσιο των ικανοτήτων, της εμπειρίας και των απαιτήσεών του, σε οποιοδήποτε άλλο κλάδο επαγγελματικής δραστηριότητας, μπορούσε επίσης να εργαστεί και σε αυτόν τον τομέα της συσκευασίας των ειδών τροφίμων, σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες και γενικά προϊόντα συσκευασίας από πλαστικό, αλουμίνιο, σακούλες Κ.λπ. για τρόφιμα, στερεά, φρέσκα ή κατεψυγμένα. Δεν πληρούται, συνεπώς, και σε αυτήν την περίπτωση, το υπέρμετρο της δέσμευσης του δικαιώματος του ενάγοντος στην εργασία. Περαιτέρω, δεν απαγορεύεται το σύνολο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του ενάγοντος, αλλά, μόνο η ίδρυση και η συμμετοχή στη διοίκηση τέτοιας ανταγωνιστικής εταιρείας καθώς και η απόκτηση συμφερόντων σε αυτήν ως υπαλλήλου ή μη. Συνεπώς, δεν απαγορεύεται η πρόσληψη του ενάγοντος ως υπαλλήλου, ακόμη και σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, παρά μόνο αν αυτή συνοδεύεται με την απόκτηση συμφερόντων, πέρα από την υπαλληλική του σχέση (βλ. Α.Π. 1192/ 1992 ΔΕΝ 1993, σελ. 85, όπου κρίθηκε ως νόμιμη η εξάρτηση της παράλληλης απασχόλησης σε ανταγωνιστική ή και διαφορετικού αντικειμένου επιχείρηση από προηγούμενη άδεια του εργοδότη), δ) υπάρχει άμεσο, σαφές και δικαιολογημένο συμφέρον της εναγόμενης για την επιβολή της ως άνω ρήτρας. Ο ως άνω περιορισμός δικαιολογείται απολύτως από το εύρος των αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθυνών που είχε αποκτήσει ο ενάγων λόγω της θέσης του στην εναγόμενη επί εννέα (9) περίπου έτη, οπότε είχε καταστεί ουσιαστικά το πρόσωπο που διοικούσε την εταιρεία και διαχειριζόταν όλες τις υποθέσεις της. Ο ενάγων είχε γίνει ο μοναδικός κοινωνός των απορρήτων και της τεχνογνωσίας της επιχείρησης και της στρατηγικής της έναντι των ανταγωνιστριών εταιρειών της εναγομένης. Κατά συνέπεια, ευλόγως η εναγόμενη, ενόψει του κινδύνου να απολέσει μελλοντικώς την αποτελεσματικότητα των μυστικών της, θέσπισε από κοινού με τον ενάγοντα μία, συνήθη στις συναλλαγές, δικλείδα ασφαλείας, απορρέουσα, σε κάθε περίπτωση, από την υποχρέωση πίστης του ενάγοντος προς το νομικό της πρόσωπο. Σκοπός αυτής της ρήτρας ήταν η αποτροπή της απόσπασης των πελατών της και της δραστικής μείωσης του μεριδίου της στην αγορά που θα συνεπαγόταν η πιθανή εκμετάλλευση, από ανταγωνιστές, της εμπειρίας και των μυστικών της εναγόμενης που είχε αποκτήσει ο ενάγων, καθώς αποτέλεσε επί οκταετία τον γενικό διευθυντή της εναγόμενης και, ουσιαστικά, τελούσε εν γνώσει και διαχειριζόταν το σύνολο των υποθέσεών της, ήταν απολύτως ενήμερος για τη στρατηγική και τις επιλογές της μητρικής εταιρείας της επιχείρησης και είχε καταστεί μοναδικός εκπρόσωπος των συμφερόντων της τελευταίας στην Ελλάδα. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω ρήτρα δεν συνεπάγεται υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του ενάγοντα, σε τέτοιο βαθμό που να αίρεται η προσωπική και οικονομική του αυτοτέλεια. Πολύ δε περισσότερο τη στιγμή που η βασική του ειδίκευση, η οποία ήταν εμπειρική, χωρίς δηλαδή να βασίζεται σε ειδική σχετική εκπαίδευση του ενάγοντος, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του, ήταν η διαχείριση και προώθηση των πωλήσεων προϊόντων, δηλαδή μία ιδιότητα που, αδιαμφισβήτητα, μπορεί να φανεί χρήσιμη σε κάθε τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας και για τη διακίνηση κάθε είδους και κάθε προϊόντος στην αγορά. Περαιτέρω δε, ο ενάγων δεν επικαλείται την απόκτηση εξειδικευμένων επιστημονικών γνώσεων στον τομέα της συσκευασίας υγρών τροφίμων σε χαρτοκιβώτια, για τα οποία και μόνο αφορά η απαγόρευση ανταγωνισμού, ή στις μηχανές πλήρωσης. Οι όποιες γνώσεις επικαλείται ότι έχει αποκτήσει είναι "η ειδική τεχνογνωσία και δεξιότητες που έχω αναπτύξει στις πωλήσεις ειδών συσκευασίας προϊόντων του κλάδου των τροφίμων". Χαρακτηριστικό είναι ότι, για θέματα που απαιτούσαν ειδικές τεχνικές γνώσεις, όπως για την εμπορία μηχανημάτων πληρώσεως των χαρτοκιβωτίων, υπήρχε ειδικός τεχνικός υπάλληλος της εναγόμενης ο Ν .Κ., που συμβούλευε σχετικά τους πελάτες της.

Κατ` ακολουθία, η υπό κρίση αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 57, 59, 297, 298, 299, 914 και 932 Α.Κ., 70, 176 Κ. Πολ.Δ., πλην του αιτήματος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, διότι η αναγνωριστική απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο (Εφ.Θεσσ. 454/1978 Αρμ. 33, 283), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εναγόμενη (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.), ως νικημένη, στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.