873/2010 ΑΠ: Κοινοτικό δίκαιο. Διαφορές σχετικές με τη γονική μέριμνα. Κανονισμός 2201/2003.

Divider

Oπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα με αρ. 10026478-408322/26-29/6/2007 και 100037646-607369/15-6-2009 εκθέσεις επίδοσης του ....... , αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου της Ναντέρ Γαλλίας, στην περιφέρεια του οποίου (...) βρισκόταν η μέχρι την κατ' αντιμωλία εκδίκαση της υπόθεσης, από το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, διεύθυνση διαμονής της αναιρεσίβλητης, χωρίς να δηλωθεί νομότυπη μεταβολή της μεταγενεστέρως, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού αρχικής δικασίμου (της 1-10-2007), όπως και της αριθ. πρωτ. 146/22-4-2009 βεβαίωσης του Δικαστηρίου αυτού για αναβολή της συζήτησης από την προηγούμενη δικάσιμο και νέας κλήσης προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών 1328/2000 και 1393/2007 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης "περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη - μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αντιστοίχως, όπως και το άρθρο 659 του Γαλλικού Κ.Πολ.Δικ., προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης (αναιρεσίβλητης) που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 64 παρ. 4 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε νομικές διαφορές και αναφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος κατάργησε τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 έχει δε δεσμευτική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 72 αυτού): "Αποφάσεις που εκδίδονται πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, αλλά μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, κατόπιν αγωγής που έχει ασκηθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 αναγνωρίζονται και εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου του παρόντος κανονισμού στο βαθμό που πρόκειται για απόφαση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, ή για απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα των κοινών τέκνων που εκδίδεται επ' ευκαιρία αυτών των γαμικών διαφορών και οι εφαρμοσθέντες κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις του κεφαλαίου ISO-.................... του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, ή σύμβασης η οποία, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής, ίσχυε μεταξύ του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης". Κατά το άρθρο 8 του ίδιου Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 2201/2003, (Κεφάλαιο ................... ..... ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ) "Ι. Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος
κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής. 2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 12". Κατά το άρθρο 10 του ίδιου Κανονισμού "Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, και : α) κάθε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση, ή β) το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυμα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις : i) εντός ενός έτους, αφότου ο δικαιούχος της επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί, ii) έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμελείας, και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο σημείο i), iii) περατωθεί υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 παράγραφος 7, iv) τα δικαστήρια του κράτους μέλους ατό οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για επιμέλεια που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού". Κατά το 21 του ίδιου Κανονισμού ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΙΙ) ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ και ΕΚΤΕΛΕΣΗ : "1, Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία...., 4. Εάν η επίκληση της αναγνώρισης γίνεται παρεμπιπτόντως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει σχετικά". Κατά το άρθρο 23 του ίδιου Κανονισμού "Απόφαση που αφορά τη γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται: α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού ..... ε) αν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα που έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος αναγνώρισης". Κατά το άρθρο 74 εδ. α' του ίδιου Κανονισμού "η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης δεν ερευνάται". Κατά τα διαλαμβανόμενα δε στις παραγράφους 12, 17 και 21 του προοιμίου του αυτού Κανονισμού "Οι κανόνες αρμοδιότητος που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού περί γονικής μέριμνας επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, ειδικότερα δε του κριτηρίου της εγγύτητας. Αυτό σημαίνει ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους της διαμονής του παιδιού, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της διαμονής του παιδιού ή ύστερα οπό συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας (παρ. 12). Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, η επιστροφή του θα πρέπει να επιτυγχάνεται αμελλητί, και για το λόγο αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει η σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980, όπως συμπληρώνεται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και ειδικότερα του άρθρου 11. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα, θα πρέπει να μπορούν να αντιτάσσονται στην επιστροφή του σε συγκεκριμένες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Εντούτοις, μία τέτοια απόφαση θα πρέπει να μπορεί να αντικαθίσταται από μεταγενέστερη απόφαση δικαστηρίου του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του. Εάν η απόφαση αυτή συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού, η επιστροφή θα πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς να απαιτείται προσφυγή σε καμμία διαδικασία για την αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το απαχθέν παιδί (παρ. 17). Η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και οι λόγοι της μη αναγνώρισης θα πρέπει να περιορίζονται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό (παρ. 21)". Από τις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού (Ε.Κ.) 2201/2003, θεωρούμενες σε συσχετισμό και με το περιεχόμενο του προοιμίου του, συνάγονται τα εξής : 1) Προσδιοριστική της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης για θέματα γονικής μέριμνας τέκνου είναι η κατά την υποβολή της προσφυγής συνήθης διαμονή του, η οποία διατηρείται σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησής του εωσότου αποκτήσει αυτό συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος. Για να συμβεί τούτο θα πρέπει είτε να υπάρξει συγκατάθεση του προσώπου που έχει την επιμέλεια του τέκνου είτε να παρέλθει χρονικό διάστημα ενός έτους από την παράνομη μετακίνηση του τέκνου και να έχει ενταχθεί τούτο στο νέο περιβάλλον του, επί πλέον δε συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 10. 2) Οι αποφάσεις που εκδίδονται από δικαστήρια κράτους μέλους για τη γονική μέριμνα του τέκνου αναγνωρίζονται χωρίς άλλη διατύπωση από τις διοικητικές αρχές των λοιπών κρατών μελών, τα δικαστήρια των οποίων έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν σχετικά με το κύρος ή παρεμπίπτον αίτημα αναγνώρισης της απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου, δεν δύνανται όμως να ερευνούν τη δικαιοδοσία του κράτους μέλους προελεύσεως..3) Στα δικαστήρια του κράτους μέλους αναγνώρισης παρέχεται η δυνατότητα να μην αναγνωρίζουν απόφαση γονικής μέριμνας : α) αν αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη, με γνώμονα το ύψιστο συμφέρον του τέκνου ή β) αν είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, που έχει εκδοθεί από δικαστήρια του κράτους μέλους αναγνώρισης. Με τη ρύθμιση αυτή του άρθρου 23 παρέχεται έτσι η δυνατότητα στα δικαστήρια του κράτους μέλους αναγνώρισης, χωρίς προηγούμενη έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης και της δεσμευτικότητας (και λόγω δεδικασμένου) της απόφασής του, να ρυθμίσουν με μεταγενέστερη απόφασή τους κατά διαφορετικό τρόπο τη γονική μέριμνα του τέκνου, εφόσον κατά τις διατάξεις του ως άνω Κανονισμού θεμελιώνεται η δικαιοδοσία τους από τη διαμονή του τέκνου. 4) Η από τον ένα γονέα παράνομη μετακίνηση του τέκνου δεν αποβάλλει τον (παράνομο) χαρακτήρα της με την από τον άλλο γονέα, αυτοβούλως και χωρίς προσφυγή στις αρμόδιες αλλοδαπές δικαστικές αρχές, επαναφορά του τέκνου στη συνήθη διαμονή του πριν παρέλθει έτος και αποκτήσει αυτό νέα κατοικία, κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 του ως άνω Κανονισμού. 5) Από άποψη διαχρονικού δικαίου, οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού 2201/2003 εφαρμόζονται, διαζευκτικά με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος 2201/2000 Κανονισμού ή τυχόν ισχύουσας σύμβασης μεταξύ του κράτους μέλους προελεύσεως και του κράτους μέλους αναγνωρίσεως και όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος (1-3-2001) του Κανονισμού 2201/2000, επί προσφυγών όμως που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού αυτού. Περαιτέρω από το άρθρο 323 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στις τιθέμενες από αυτό προϋποθέσεις αναγνωρίσεως δεδικασμένου στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση δεν περιλαμβάνεται και η κήρυξη της αποφάσεως εκτελεστής, κατά το άρθρο 905 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1314/1999), δεν εφαρμόζεται όμως η ως άνω διάταξη του άρθρου 323 Κ.Πολ.Δικ., όταν ρυθμίζουν το δεδικασμένο κατά διαφορετικό τρόπο διεθνείς συμβάσεις και συνεκδοχικά οι αυξημένης τυπικής ισχύος ως άνω Κανονισμοί του Κοινοτικού Δικαίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση πο9υ εξαφανίσθηκε ύστερα από άσκηση ενδίκου μέσου ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, έγγαμοι από τις 26-6-1999 και με ένα τέκνο, που είχαν αποκτήσει από την προ του γάμου σχέση τους (την 1-4-1999), το οποίο αναγνώρισε ο αναιρεσείων εκουσίως, εγκαταστάθηκαν μετά το γάμο τους στην ..., αλλά μετά 10μηνο, (στις 10-4-2000) η αναιρεσίβλητη εγκατέλειψε τη συζυγική εστία και αφού πήρε και το ανήλικο τέκνο τους μετέβη στη ... , πλησίον των γονέων της και στη

συνέχεια, (24-4-2000) κατόπιν αιτήματός της, δόθηκε σ' αυτή από το αρμόδιο εκεί δικαστήριο άδεια να διαμένει χωριστά από το σύζυγό της με το ανήλικο τέκνο της. Ο ενάγων μετέβη στη ... κατά τις αρχές του θέρους του έτους και διέμεινε μαζί της με πρόσχημα την αποκατάσταση των σχέσεών τους, όταν δε την 3-7-2000 απουσίασε η αναιρεσίβλητη από την οικία της, πήρε το ανήλικο τέκνο και επανήλθε με αυτό στην Ελλάδα. Για το γεγονός αυτό, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η 1951/2001 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, που έκρινε βάσιμη την αίτηση και υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα να επιστρέψει το τέκνο στον τόπο της κύριας κατοικίας του στη ... και η 6189/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι τόπος συνήθους διαμονής των συζύγων και του τέκνου ήταν η ........... και η ενέργεια του αναιρεσείοντος απέβλεπε στην αποκατάσταση της αυθαίρετης απομάκρυνσης του τέκνου από την διαμονή του αυτή με πρωτοβουλία της αναιρεσίβλητης. Υπέρ του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 425/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανετέθη σ' αυτόν η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου, ενώ υπέρ της αναιρεσίβλητης είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση 2001/09380 του (24ου Τμήματος, Τομέα Α) του Εφετείου των Παρισίων, με την οποία διατάχθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων, ανετέθη στην αναιρεσίβλητη η άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με αυτό. Για την τελευταία αυτή απόφαση του Εφετείου των Παρισίων εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η 5764/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώρισε ότι υπάρχει από αυτή δεδικασμένο ως προς την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, όχι όμως και για τη γονική μέριμνα του τέκνου, ως προς την οποία έκρινε ότι είναι ανίσχυρη, γιατί είναι αντίθετη προς την προαναφερόμενη 425/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτ. Αθηνών. Στη συνέχεια το Εφετείο, σχετικά με την ως άνω (2001/09380) απόφαση του αλλοδαπού (γαλλικού) δικαστηρίου, αναφέρει τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα με την από 27-4-2000 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Παρισίων, ζήτησε να λυθεί ο γάμος της με τον εφεσίβλητο σύζυγό της, να ρυθμιστεί η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, να οριστεί η κατοικία αυτού καθώς και να ρυθμιστεί η προσωπική επικοινωνία του εφεσίβλητου με το ανήλικο τέκνο του. Επί της αγωγής αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας ο εφεσίβλητος δεν παραστάθηκε, αν και είχε κληθεί στις 16-8-2000, εκδόθηκε στις 11-12-2000, η με αριθμό n 2/11-12-2000 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή διαζυγίου, έλυσε το γάμο των διαδίκων, που είχε τελεστεί στο Δημαρχείο του ... στις 26-6-1999, με αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, καθόρισε από κοινού την πατρική εξουσία, όρισε ως κατοικία του ανηλίκου τέκνου αυτή της μητέρας του, ρύθμισε την προσωπική επικοινωνία του πατέρα με το τέκνο του και όρισε ως διατροφή του ανηλίκου τέκνου 500 γαλλικά φράγκα. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, άσκησε έφεση, ενώπιον του Εφετείου Παρισίων, η οποία συζητήθηκε στις 6-2-2002. Με τις από 25-1-2002 δε προτάσεις του, ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του, να εκδοθεί το διαζύγιο με αποκλειστική υπαιτιότητα της συζύγου του, να οριστεί ως τόπος διαμονής του ανηλίκου τέκνου, ο τόπος της δικής του διαμονής, να κατανεμηθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των δύο γονέων και να ρυθμιστεί η προσωπική επικοινωνία της συζύγου του με το ανήλικο τέκνο τους. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 122/20-2-2002 απόφαση του Εφετείου των Παρισίων του 24ου Τμήματος, Κλάδος Α και με αριθμό εγγραφής στο γενικό μητρώο 2001/09380, με την οποία επικυρώθηκαν όλες οι διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, εκτός από εκείνες που αφορούσαν τη συνεισφορά του πατέρα για τη συντήρηση και εκπαίδευση του τέκνου. Η απόφαση αυτή, νόμιμα κοινοποιήθηκε στον ήδη εφεσίβλητο στις 30-4-2002, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα δε με το άρθρο 604 του Νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Γαλλίας, αυτός είχε δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, η οποία προσαυξάνεται κατά δύο μήνες, όταν τα ένδικα μέλη διαμένουν στο εξωτερικό. Όμως κατά της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Παρισίων δεν ασκήθηκε καμία αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το με αριθμό 16228/27-9-2002 πιστοποιητικό μη άσκησης αιτήσεως αναιρέσεως του Προϊσταμένου της Γραμματείας του Γαλλικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου, που προσκομίζεται σε ακριβή επίσημη μετάφραση από τα γαλλικά στα ελληνικά, από το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Παρίσι. Η ως άνω δε απόφαση του Εφετείου των Παρισίων, καταχωρήθηκε στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία. Η απόφαση αυτή που αφορά την προσωπική κατάσταση των διαδίκων, παράγει αυτομάτως στην Ελλάδα, χωρίς δηλαδή να προηγηθεί η διαδικασία αναγνωρίσεώς της, δεδικασμένο, δεδομένου ότι: α) έχει καταστεί αμετάκλητη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 248 εδ. ε', 250, 252 του Γαλλικού Αστικού Κώδικα και 444 του Γαλλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και αποτελεί δεδικασμένο κατά το Γαλλικό Δίκαιο, β) Η υπόθεση υπαγόταν στη διεθνή δικαιοδοσία του ως άνω δικαστηρίου, αφού οι διάδικοι είχαν τελέσει το γάμο τους στη ....... και η εκκαλούσα είναι υπήκοος ..... , γ) οι διάδικοι δεν στερήθηκαν του δικαιώματος της υπερασπίσεως και της συμμετοχής τους στη δίκη, δ) δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι αντίκειται σε απόφαση του ημεδαπού δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση μεταξύ των αυτών διαδίκων και αποτελεί δεδικασμένο και ε) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ. Το εκ της παραπάνω όμως αλλοδαπής απόφασης δεδικασμένο, το οποίο αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης (425/2003) και για το λόγο αυτό, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η ημεδαπή αυτή απόφαση με την οποία ανατέθηκε στον εφεσίβλητο η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων".

Ακολούθως το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που προέκυπτε από την ως άνω απόφαση του Εφετείου των Παρισίων. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι το προκύπτον δεδικασμένο από την 122/20-2-2002 απόφαση του Εφετείου των Παρισίων, του 24ου Τμήματος, Κλάδου Α' και με αριθμό εγγραφής 2001/09380, παρεμπόδιζε την εξέταση της νομικής και ουσιαστικής της μεταγενέστερης (ένδικης) αγωγής του αναιρεσείοντα για ρύθμιση της γονικής μέριμνας του κοινού με την αναιρεσίβλητη τέκνου τους και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της αρνητικής λειτουργίας αυτού του δεδικασμένου, καθ' όσον με τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά εφαρμοστέος ήταν ο Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27-11-2003 (ή ο προηγούμενος 1347/2000) και όχι η διάταξη του άρθρου 322 του Κ.Πολ.Δικ. για την έκταση της δεσμευτικότητας της αλλοδαπής αποφάσεως στην ημεδαπή και τη δυνατότητα εκ νέου ρυθμίσεως της γονικής μέριμνας του τέκνου των διαδίκων από το ημεδαπό δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν δε του εν λόγω Κανονισμού και με τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά είχε αυτό (διεθνή) δικαιοδοσία, λόγω της διαμονής του τέκνου, να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα αυτού με τον, κατά την κρίση του, ενδεικνυόμενο τρόπο, εφόσον θα έκρινε εσφαλμένη τη σχετική με το θέμα αυτό κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, εφόσον η συνήθης διαμονή του τέκνου ήταν η κατοικία του αναιρεσείοντος στην ......... μέχρι τις 10-4-2000, οπότε η αναιρεσίβλητη, διακόπτοντας την έγγαμη συμβίωσή τους, μετέβη και εγκαταστάθηκε από τότε μονίμως στο ... , μετακινώντας παράνομα στον τόπο αυτό διαμονής της και το τέκνο, χωρίς τη συγκατάθεση του αναιρεσείοντος, ο οποίος όμως πριν από την πάροδο έτους (3-7-2000) επανέφερε το τέκνο στην ... και έκτοτε διέμενε με αυτό, αποκαθιστώντας την αρχική διαμονή του και παρατείνοντας αυτήν επί έτη μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπήρχε δικαιοδοσία του Εφετείου να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα του τέκνου, χωρίς να δεσμεύεται από την τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου των Παρισίων, η οποία έκρινε υπό διαφορετικές πραγματικές προϋποθέσεις για το ίδιο ζήτημα επί αιτήσεως της αναιρεσίβλητης που είχε υποβληθεί προ της ενάρξεως εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 1347/2000 (1-3-2001). Διότι κατά τον εφαρμοστέο, ενόψει του χρόνου εκδόσεως της αποφάσεως του Εφετείου, Κανονισμό 2201/2003 ναι μεν πρέπει να ακολουθείται η νόμιμη διαδικασία επιστροφής του τέκνου στη συνήθη διαμονή του, όταν μετακινείται αυτό παρανόμως, ωστόσο η παράκαμψη αυτής της νόμιμης διαδικασίας δεν θεραπεύει την αρχικώς παράνομη μετακίνηση του τέκνου από τον τόπο της συνήθους διαμονής του, ενώ υπό προϋποθέσεις και τα δικαστήρια του κράτους, όπου παράνομα έχει μετακινηθεί το τέκνο, μπορούσαν να αντιταχθούν στην επιστροφή του, αν τούτο απέβαινε προς το συμφέρον του. Ενόψει τούτων το υπάρχον δεδικασμένο από την απόφαση του Εφετείου των Παρισίων για τη γονική μέριμνα του τέκνου των διαδίκων δεν αποτελούσε αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση για την εξέταση της βασιμότητας ή μη της αγωγής του αναιρεσείοντος και παρά το νόμο κηρύχθηκε απαράδεκτη η αγωγή του αναιρεσείοντος. Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 16 και 14 λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7359/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2010.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.