ΣτΕ 2468/2008 (Ολομέλεια): Επιτρεπτή η επίκληση & προσαγωγή στην κατ` έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη ή απόκρουση ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως.

Divider

Αριθμός 2468/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Σκλίας, Δ. Πετρούλιας, Αικ. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Ε. Δανδουλάκη, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Π. Κοτσώνης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Αθ. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Β. Αραβαντινός, Ε. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη.

Για να δικάσει την από 26 Ιουνίου 2005 αίτηση:

του ....... , κατοίκου Αθηνών (.............), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Σγουρίτσα (18244), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Α. Ροδοκάλη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 3528/2007 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 1978/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (1755632, 1755633, 1755634/2005 έντυπα παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 1978/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 8668/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία είχε ζητήσει να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει ποσό 1.545.482 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που θα υποστεί και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το γεγονός ότι κατέστη ανάπηρος κατά τη στρατιωτική του θητεία, εξ αιτίας μη νομίμων, κατά τους ισχυρισμούς του, πράξεων και παραλείψεων των προϊσταμένων του αρχών.

2. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη αρχικώς ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, το οποίο με την 3528/2007 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφασή του απέρριψε ορισμένους λόγους αναιρέσεως, περαιτέρω δε παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφιο β΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το ζήτημα αν, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 96 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) επίκληση και προσαγωγή στην κατ' έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι κατά το άρθρο 185 του Κ.Δ.Δ. μαρτυρικές καταθέσεις, είναι επιτρεπτή μόνο προς απόδειξη ή απόκρουση ισχυρισμών που δικαιολογημένα προβάλλονται για πρώτη φορά κατ' έφεση ή, αν και υπό ποίες προϋποθέσεις, είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ' έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά είναι οψιγενή, ακόμη και όταν αφορούν σε απόδειξη ή απόκρουση ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως.

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς και είναι, περαιτέρω, εξεταστέα.

4. Επειδή, στο άρθρο 96 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς στο δεύτερο βαθμό. Επιτρέπεται όμως να προβληθεί, το πρώτο, αίτημα για παρεπόμενες απαιτήσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση ύστερα από την οποία και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. 2. Επιτρέπεται η προβολή, στην κατ' έφεση δίκη, νέων πραγματικών ισχυρισμών, εφόσον αφορούν κεφάλαια τα οποία είχαν αμφισβητηθεί στην πρωτόδικη δίκη και η μη προβολή τους κατ' αυτήν κρίνεται δικαιολογημένη. 3. Για τα αιτήματα και τους πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτώς
σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, μπορούν οι διάδικοι να προσκομίσουν και να επικαλεστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και το δικαστήριο να διατάξει συμπληρωματική απόδειξη". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 151 του ανωτέρω κώδικα: "Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο".

5. Επειδή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), επίκληση και προσαγωγή στην κατ' έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτόδικη δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη (Σ.τ.Ε. 1848/2008 Ολομ.).

6. Επειδή, μετά την επίλυση του ανωτέρω ζητήματος, η Ολομέλεια κρίνει ότι πρέπει να κρατήσει προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση (άρθρο 14 παρ. 3 π.δ. 18/1989).

7. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων γεννήθηκε το έτος 1974. Προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις κατατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία στις 9.5.2000. Κρίθηκε ικανός τέταρτης κατηγορίας (Ι 4) με την 2814/11.5.2000 απόφαση της Ανωτάτης της Αεροπορίας Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Α.Υ.Ε.) λόγω "ιστορικού κρίσεων Ε από την εφηβική ηλικία, υπό αγωγή σε καλή ρύθμιση". Έλαβε την ειδικότητα των "διοικητικών καθηκόντων" και στις 23.6.2000 μετατέθηκε στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας (251 Γ.Ν.Α.). Εκεί τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Υποστηρίξεως, όπου του ανατέθηκε η Επιστασία Σημάτων και από 6.6.2001 και η υπηρεσία Ταχυδρόμου. Η επιστασία αυτή περιελάμβανε την υποχρέωση, σύμφωνα με την από 6.6.2001 εξουσιοδότηση της Τμηματάρχου της Κεντρικής Γραμματείας του Γ.Ν.Α. ....... , "να παραλαμβάνει από το 1010 Ταχυδρομικό Γραφείο Αεροπορίας όλη γενικά την αλληλογραφία, ιδιωτική και επίσημη, δέματα της υπηρεσίας και ταχυδρομικές επιταγές, υπ' ευθύνη του". Στις 11.7.2001 και γύρω στις 12:00 ο αναιρεσείων, στα πλαίσια των καθηκόντων του, μετέβη με το υπηρεσιακό όχημα από το 251 Γ.Ν.Α. στην Κεντρική Γραμματεία του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, όπου παρέδωσε την εξερχόμενη και παρέλαβε την εισερχόμενη αλληλογραφία του Γ.Ν.Α.

Κατά την επιστροφή του στο Γ.Ν.Α. και, συγκεκριμένα, κατά την εκφόρτωση του σάκου με την εισερχόμενη αλληλογραφία από το πορτ μπαγκάζ, λόγω του ιδιαίτερου βάρους, ζήτησε τη βοήθεια του οδηγού του οχήματος. Τη στιγμή της άρσης του σάκου αισθάνθηκε μια έντονη ενόχληση στη μέση συνοδευόμενη από κάποιο ήχο. Χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία και, ενώ ήταν ιδρωμένος, μετέφερε το σάκο σέρνοντάς τον στην Κεντρική Γραμματεία του Γ.Ν.Α. και ζήτησε από την προϊσταμένη να αποχωρήσει πριν από τη λήξη του ωραρίου για να ξεκουραστεί. Το πρωί της επόμενης ημέρας ο πατέρας του, κατ΄ επίκληση λόγων υγείας, ζήτησε και έλαβε από την προϊσταμένη της Γραμματείας άδεια δύο ημερών για λογαριασμό του γιου του, ενώ το βράδι της ίδιας ημέρας κάλεσε ιδιώτη ιατρό, ο οποίος με τηλεφωνική επικοινωνία διέγνωσε "ψύξη βαριάς μορφής" και έδωσε κάποιες οδηγίες. Τη μεθεπόμενη ημέρα (13.7.2001) ο αναιρεσείων διακομίστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γ.Ν.Α. με συμπτώματα αδυναμίας ραχιαίας και πελματιαίας κάμψης άκρων ποδών άμφω και υπαισθησία περιπρωκτικά. Υποβλήθηκε σε κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε "Πάρεση κάτω άκρων, ιππουριδική συνδρομή", και σε αξονική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κατά την οποία διαπιστώθηκε ευμεγέθης κήλη Ο3 - Ο4 μεσοσπονδυλίου δίσκου και μικρότερες κήλες Ο4 - Ο5 και Ο5 - Ι1 δίσκων. Αμέσως διατάχθηκε μαγνητική τομογραφία για περαιτέρω διερεύνηση και ο ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο, όπου έγινε δισκεκτομή Ο3 - Ο4 και Ο4 - Ο5.

Στη συνέχεια, παρέμεινε στη νευροχειρουργική κλινική μέχρι τις 27.9.2001, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο ως εξωτερικός ασθενής άνευ κλίνης και τροφής για δύο μήνες, με το σκεπτικό ότι μετεγχειρητικά παρουσίαζε συνεχή βελτίωση της κλινικής του εικόνας, ότι βάδιζε χωρίς υποστήριξη με συνεχή και συστηματική φυσικοθεραπεία και ότι έχρηζε υδροθεραπείας (ειδικών ασκήσεων σε πισίνα). Ύστερα από δύο μήνες ο αναιρεσείων επανήλθε για εξετάσεις στη νευρολογική κλινική του 251 Γ.Ν.Α. και εξήλθε στις 26.11.2001 και πάλι ως εξωτερικός ασθενής για 20 ημέρες, καθόσον η νευρολογική εξέταση έδειξε " πάρεση εκτεινόντων (ΑΡ) άκρου ποδός 2/5, πάρεση καμπτήρων (ΑΡ) άκρου ποδός 1/5, πάρεση μείζονος γλουταίου (ΑΡ) άκρου ποδός 3/5, πάρεση καμπτήρων (ΔΕ) άκρου ποδός 4/5 και υπαισθησία κατατομής Ι1 ρίζης χωρίς διαταραχές της εν τω βάθει αισθητικότητας και ήπια συμπτωματολογία νευρογενούς κύστης", ενώ η μαγνητική εξέταση έδειξε μετεγχειρητικές αλλοιώσεις στα επίπεδα Υ και Ο 4/5 καθώς και στην κεντρική προβολή του Ο5/Ι1 δίσκου. Για το ανωτέρω περιστατικό διατάχθηκε ένορκη διοικητική εξέταση, από την οποία προέκυψε (σύμφωνα με το από 6.11.2001 πόρισμα) ότι η βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων συνέβη κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Πολεμική Αεροπορία και ότι δεν συνέτρεχε αμέλεια, καθυστέρηση ή παράλειψη του ιατρικού προσωπικού του 251 Γ.Ν.Α. κατά τη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση. Ακολούθως, ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Στα πλαίσια της διαδικασίας συνταξιοδότησης, η Α.Α.Υ.Ε. με την 8824/18.12.2001 απόφασή της διαπίστωσε "Ιππουριδική συνδρομή σε έδαφος κήλης Μ.Δ. Ο3 - Ο4 και Ο4 - Ο5, δισκεκτομή Ο3 -Ο4 και Ο4 - Ο5 μεσοσπονδυλίων δίσκων, βαριές υπολειμματικές διαταραχές" και γνωμάτευσε "εξάμηνη αναβολή", ενώ με την 4915/8.7.2002 απόφασή της, με την επιπλέον διαπίστωση των λειτουργικών διαταραχών μυϊκής ισχύος κάτω άκρων σε μεγάλο βαθμό, γνωμάτευσε "ακατάλληλος για στράτευση (Ι5)". Επίσης, η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή με την 16/30.8.2002 απόφασή της γνωμάτευσε ότι ο αναιρεσείων "έπαθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας στην Πολεμική Αεροπορία και λόγω της διατεταγμένης υπηρεσίας". Τις ανωτέρω γνωματεύσεις αποδέχθηκε με την 34/22.10.2002 απόφασή της η Α.Α.Υ.Ε., με την οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 60% το ποσοστό αναπηρίας του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της απόλυσής του και για έξι μήνες από αυτήν. Με βάση την τελευταία απόφαση εκδόθηκε η 17360/27.11.2002 πράξη Κανονισμού Συντάξεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία κανονίστηκε σύνταξη για ποσοστό αναπηρίας 60%, ύψους 427,89 ευρώ από 19.12.2001 και 449,31 ευρώ από 1.1.2002.

Ακολούθως, ο αναιρεσείων υπέβαλε την 137512/17.12.2002 αίτηση προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με την οποία ζήτησε να προσδιοριστεί μεγαλύτερο ποσοστό αναπηρίας και ποσό σύνταξης, κατ΄ επίκληση ψυχικής ασθένειας. Για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε ψυχιατρικές εξετάσεις στο Εξωτερικό Ψυχιατρικό Τμήμα του 251 Γ.Ν.Α. όπου διαπιστώθηκαν (σύμφωνα με το από 13.1.2003 δελτίο παρακλινικής εξέτασης) "αγχώδεις - καταθλιπτικές νευρωσικές εκδηλώσεις αντιδραστικού τύπου" που εκδηλώθηκαν εξαιτίας της σωματικής πάθησης του αναιρεσείοντος. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η 5/30.1.2003 απόφαση της Α.Α.Υ.Ε., η οποία αποδέχτηκε ότι τόσο η σωματική, όσο και η απότοκος αυτής ψυχική πάθηση παρουσιάστηκαν κατά την υπηρεσία και εξαιτίας αυτής, ότι οι παθήσεις αυτές επηρέασαν και τροποποίησαν την ικανότητα του αναιρεσείοντος να κινείται ελεύθερα, να εργάζεται, να δημιουργήσει οικογένεια και γενικά του περιόρισαν όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες μιας φυσιολογικής ζωής και καθόρισε ποσοστό αναπηρίας κατά το χρόνο απόλυσης και εντός εξαμήνου για τη σωματική πάθηση 60% και για την ψυχική πάθηση 25%. Με βάση την τελευταία απόφαση εκδόθηκε η 2020/17.2.2003 πράξη Κανονισμού Συντάξεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία κανονίστηκε σύνταξη για ποσοστό αναπηρίας 75%, ύψους 534,86 ευρώ από 19.12.2001 και 561,64 ευρώ από 1.1.2002. Το Διοικητικό Εφετείο δέχτηκε περαιτέρω ότι, κατά την ένορκη διοικητική εξέταση που διενεργήθηκε σχετικά με το ατύχημα, εξετάστηκαν μεταξύ άλλων οι: α) ........, β) ..... , γ) ..... και δ) .......... (σχετικές οι από 5, 8, 12 και 17.10.2001 εκθέσεις, αντιστοίχως). Η πρώτη, που ήταν μόνιμη πολιτική υπάλληλος και υπηρετούσε στο ως άνω νοσοκομείο ως Προϊσταμένη της Κεντρικής Γραμματείας, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ο ............... είχε τοποθετηθεί τον Ιούνιο του 2001 στην Κεντρική Γραμματεία του 251 Γ.Ν.Α. "για να εκτελεί καθήκοντα ταχυδρόμου". Όσο ήταν στην επιστασία της, περίπου 25 ημέρες, εκτελούσε μεταφορά ταχυδρομικού σάκου καθημερινά, προς και από το Γ.Ε.Α. Παράλληλα, εκτελούσε χρέη διακίνησης σημάτων εντός του νοσοκομείου. Δεν της είχε αναφέρει στο παρελθόν (πριν από το ατύχημα) κάποιο παράπονο ή πρόβλημα υγείας, ειδικά με τη μέση του. Ούτε ο ίδιος, ούτε κανείς άλλος που εκτελούσε την ίδια εργασία είχε κάνει παράπονα σχετικά με την επικινδυνότητα αυτής για την υγεία του. Η ίδια "συνιστούσε σε όλους, όπως και σ΄ αυτόν να γεμίζουν το σάκο ανάλογα με τις δυνατότητές τους". Ο δεύτερος (..............), που ήταν σμηνίτης, οδηγός του στρατιωτικού οχήματος που μετέφερε τον ταχυδρομικό σάκο μαζί με τον αναιρεσείοντα στις 11.7.2001, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Ο τελευταίος, παρέλαβε το σάκο με την αλληλογραφία από το Γ.Ε.Α., τον έσυρε μέχρι το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και τον τοποθέτησε μέσα σε αυτό. Όταν έφθασαν στο 251 Γ.Ν.Α., ο αναιρεσείων του ζήτησε να τον βοηθήσει να τον ξεφορτώσει "εκτιμώντας ότι ήταν βαρύτερος από την προηγούμενη φορά, πράγμα που έγινε". Στη συνέχεια, τον είδε να πηγαίνει το σάκο σέρνοντας στην Κεντρική Γραμματεία του Νοσοκομείου. Μεταφορά σάκων μαζί με τον ως άνω σμηνίτη είχε πραγματοποιήσει και κατά το παρελθόν. Δεν είχε αναφέρει άλλοτε κάποιο πρόβλημα (πόνο) κατά τη διαδικασία μεταφοράς των σάκων. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου ξεφορτώματος στο Νοσοκομείο, την ώρα που τον βοηθούσε "πιθανώς να αισθάνθηκε κάποιο πόνο γιατί του ανέφερε: Ωχ η μέση μου". Ύστερα από αυτό, τον ρώτησε αν ήθελε να τον βοηθήσει μέχρι τη Γραμματεία και εκείνος απάντησε: "Εντάξει θα τον πάω μόνος μου". Όσο τον παρατηρούσε φεύγοντας, δεν αντελήφθη ότι δυσανασχετούσε ενοχλούμενος από κάποιο πρόβλημα. Ο τρίτος (....... - ήδη αναιρεσείων) κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι στις 11.7.2001, μετά τη μεταφορά του σάκου στο νοσοκομείο, επειδή ήταν κάθιδρος και δεν αισθανόταν καλά, "με την άδεια και της κυρίας .... , Προϊσταμένης της Κεντρικής Γραμματείας, έφυγε από το Γραφείο για το σπίτι. Δεν είχε ποτέ στο παρελθόν κάποιο πρόβλημα με τη μέση του. Μάλιστα, αθλείτο ερασιτεχνικά σε τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς ποτέ να νοιώσει την παραμικρή ενόχληση". Δεν είχε ποτέ στο παρελθόν κάποια συμπτώματα με τη μέση κατά τη μεταφορά των σάκων αλληλογραφίας. Ο τέταρτος (...............), επισμηναγός (ΥΙ) που υπηρετούσε στο 251 Γ.Ν.Α., κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "το σημαντικό πρόβλημα του ασθενούς (αδυναμία κάτω άκρων, μειωμένη αισθητικότητα και ασυνέργεια κάτω άκρων με δυσχέρεια στη βάδιση) προκλήθηκε από την απότομη άρση σημαντικού βάρους". Εξ άλλου, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Σ. Καφώρου εξετάστηκαν ενόρκως ως μάρτυρες, οι ........ (εκθέσεις 21319-20/29.12.2004), σμηνίτες, υπηρετήσαντες στο 251 Γ.Ν.Α. στην υπηρεσία του ταχυδρόμου, ο πρώτος έως τον Ιανουάριο 2001 και ο δεύτερος έως τον Ιούλιο 2001, οπότε απολύθηκαν, οι οποίοι κατάθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι ο ταχυδρομικός σάκος είχε μεγάλη χωρητικότητα και "ήταν συχνά πολύ βαρύς", και ότι ούτε η ...... , ούτε άλλος πολιτικός υπάλληλος "τους είχε δώσει ποτέ εντολές ή συστάσεις ή οδηγίες, ως προς το βάρος του ταχυδρομικού σάκου".

Περαιτέρω, στο έγγραφο Φ. 454/ΕΜ 1789/Σ.492/24.11.2003 προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ΥΠ.ΕΘ.Α., το οποίο υπογράφει ο Διευθυντής του 251 Γ.Ν.Α. ..(ΥΙ) ..... , αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: "Από την Κεντρική Γραμματεία 251 Γ.Ν.Α. δίνονται προφορικές εντολές στον εκάστοτε ταχυδρόμο - όπως εδόθησαν και στο συγκεκριμένο (σμηνίτη ..................) - να διακινεί καθημερινά τόσο όγκο και βάρος αλληλογραφίας όσο μπορεί να σηκώσει με δική του ευθύνη". Τέλος, στο "παραπεμπτικό σημείωμα ιατρού μονάδας" του Γ.Ε.Α. προς το 251 Γ.Ν.Α. (δεν φέρει ημερομηνία), σε ότι αφορά στον αναιρεσείοντα, αναφέρεται ότι "Συνιστώ αποχή από νυκτερινή υπηρεσία και αγγαρείες και τακτική παρακολούθηση από ειδικό ιατρείο επιληψίας". Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε τα εξής: οι προαναφερόμενες ένορκες καταθέσεις που ελήφθησαν τον Οκτώβριο του 2001, ναι μεν δεν αποτελούν καταθέσεις κατά την προδικασία σύμφωνα με το άρθρο 185 του Κ.Δ.Δ., πλην, εφόσον δεν ελήφθησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ειδικά στο δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο, αλλά αποτέλεσαν στοιχείο της διαταχθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης προς διακρίβωση των συνθηκών του ατυχήματος, οι οποίες προσκομίστηκαν ήδη στη δικογραφία μαζί με το πόρισμά της (στο οποίο και αναφέρονται), που έχει αποδεικτική ισχύ δημοσίου εγγράφου (άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.), το ουσιαστικό τους περιεχόμενο εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο.

Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε, περαιτέρω, ότι από τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 και 3 του Κ.Δ.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν, η προσκομιδή και επίκληση από τους διαδίκους νέων αποδεικτικών στοιχείων για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, προς απόδειξη ισχυρισμών, προβληθέντων πρωτοδίκως. Δύναται όμως το δικαστήριο, κατά το άρθρο 151 του ίδιου Κώδικα, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με προδικαστική του απόφαση, προκειμένου να καταστούν αυτά στοιχεία της δικογραφίας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι μαρτυρικές καταθέσεις των .......... αδικαιολογήτως ελήφθησαν μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοδικείο, και οι σχετικές εκθέσεις (21319 και 21320/29.12.2004) απαραδέκτως προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου προς απόδειξη ισχυρισμών που είχε προβάλει πρωτοδίκως ο ήδη αναιρεσείων και, για το λόγο τούτο, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ, ως εκ του περιεχομένου τους, δεν κρίθηκε αναγκαία η έκδοση περαιτέρω προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να καταστούν στοιχεία της δικογραφίας. Τέλος, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι, όπως προέκυψε από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά στοιχεία (πλην των ενόρκων καταθέσεων των Ι. ..............) και από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, ο ήδη αναιρεσείων δεν έπασχε από πάθηση της μέσης του ή από άλλη πάθηση που να τον εμποδίζει να αναλάβει την υπηρεσία του ταχυδρόμου, δηλαδή τη μεταφορά του σχετικού σάκου, με τη βοήθεια αυτοκινήτου από το 251 Γ.Ν.Α. στο Γ.Ε.Α. και αντιστρόφως. Δεν είχε δε δηλώσει σωματική αδυναμία να εκτελέσει την ως άνω υπηρεσία. Η ασθένεια, από την οποία έπασχε όταν παρουσιάστηκε για να υπηρετήσει τη θητεία του (συνεπεία της οποίας κατετάγη στην κατηγορία Ι/4), δεν τον εμπόδιζε να ασκήσει τα καθήκοντα του ταχυδρόμου, αφού η εργασία αυτή ούτε "νυκτερινή" ήταν, ούτε αποτελούσε "αγγαρεία", ούτε μπορούσε να εξομοιωθεί με την τελευταία, δεδομένου ότι δεν αποτελούσε εργασία επί πλέον της κανονικής του στρατιωτικής υπηρεσίας και δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί κατ' αρχήν ως επίπονη. Εξ άλλου, η ιδιότητα του δικηγόρου που ο αναιρεσείων είχε ως πολίτης, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι ήταν αγύμναστος και ακατάλληλος για την εν λόγω εργασία. Αντίθετα μάλιστα, ενόψει της νεαρής του ηλικίας (27 ετών κατά τον κρίσιμο χρόνο) και του γεγονότος ότι - όπως και ο ίδιος κατέθεσε - "αθλείτο ερασιτεχνικά σε τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς ποτέ να νοιώσει την παραμικρή ενόχληση", η ανάθεση τέτοιων καθηκόντων ήταν μέσα στα πλαίσια των σωματικών του δυνατοτήτων. Επομένως, έκρινε το Διοικητικό Εφετείο, η ανάθεση των καθηκόντων μεταφοράς του ταχυδρομείου στον αναιρεσείοντα, ήταν νόμιμη. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι κάποιος αρμόδιος προς τούτο είχε ζητήσει από τον ανωτέρω - και πολύ περισσότερο δεν προέκυψε ότι του είχε δώσει διαταγή - να μεταφέρει σάκους, οι οποίοι, λόγω του βάρους τους, δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τον ίδιο, χωρίς να υποστεί βλάβη η υγεία του. Αντίθετα, όπως προέκυψε από το προαναφερόμενο έγγραφο του 251 Γ.Ν.Α. προς τη Νομική Υπηρεσία του ΥΠ.ΕΘ.Α., που το υπογράφει ο Ταξίαρχος Διευθυντής του Νοσοκομείου, υπήρχε πάγια τακτική να δίδονται προφορικές εντολές στον εκάστοτε ταχυδρόμο να διακινεί καθημερινά τόσο όγκο και βάρος "όσο μπορεί να σηκώσει με δική του ευθύνη", κατ' αυτό δε τον τρόπο η υπηρεσία φρόντιζε για την σωματική ακεραιότητα των υπηρετούντων τη στρατιωτική τους θητεία. Τέτοια εντολή είχε δοθεί και στο συγκεκριμένο σμηνίτη. Επομένως, ο τελευταίος όφειλε στις 11.7.2001, αφού το βάρος του ταχυδρομικού σάκου ήταν μεγάλο, να μην τον σηκώσει μόνος του, αλλά είτε να ζητήσει την τοποθέτηση του περιεχομένου του σε περισσότερους σάκους, καθένα από τους οποίους θα μπορούσε να σηκώσει ευχερώς, χωρίς κίνδυνο βλάβης της υγείας του, ή να ζητήσει τη βοήθεια και άλλων προσώπων κατά τη μεταφορά του.

Αυτός όμως δεν έπραξε τίποτα από αυτά, με αποτέλεσμα να σηκώσει απότομα μόνος του το σάκο και να υποστεί τη σωματική βλάβη και, ακολούθως, την ψυχική ασθένεια. Εξ άλλου, ακόμη και μετά τον πόνο που αισθάνθηκε στη μέση στην προσπάθειά του να ξεφορτώσει το σάκο από το αυτοκίνητο, αρνήθηκε να δεχθεί βοήθεια στη μεταφορά του από το σμηνίτη - οδηγό του αυτοκινήτου ..... .

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έκρινε εν τέλει το Διοικητικό Εφετείο, η βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων στην υγεία του στις 11.7.2001, και, εν συνεχεία, η ψυχική ασθένεια που του παρουσιάστηκε ως συνέπεια αυτής, δεν οφείλονταν σε παράνομες πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων του 251 Γ.Ν.Α. (πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων) και, γενικότερα, του Δημοσίου, ώστε να έχει υποχρέωση τούτο να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Το γεγονός δε ότι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή αποφάνθηκε ότι ο αναιρεσείων "έπαθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξ αιτίας της υπηρεσίας στην Πολεμική Αεροπορία και λόγω της διατεταγμένης υπηρεσίας", δεν είχε την έννοια ότι οι παθήσεις του - για τις οποίες έλαβε σύνταξη - συνδέονταν με παράνομες ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων της υπηρεσίας. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.

8. Επειδή, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι από τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 και 3 του Κ.Δ.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται, κατ' αρχήν η προσκομιδή και επίκληση από τους διαδίκους νέων αποδεικτικών στοιχείων για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, προς απόδειξη ισχυρισμών, προβληθέντων πρωτοδίκως, δύναται όμως το δικαστήριο, κατά το άρθρο 151 του ίδιου Κώδικα, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με προδικαστική του απόφαση, προκειμένου να καταστούν αυτά στοιχεία της δικογραφίας. Στην προκείμενη περίπτωση, έκρινε, περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, οι μαρτυρικές καταθέσεις των .......... αδικαιολογήτως ελήφθησαν μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοδικείο, και οι σχετικές εκθέσεις (21319 και 21320/29.12.2004) απαραδέκτως προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου προς απόδειξη ισχυρισμών που ο αναιρεσείων είχε προβάλει πρωτοδίκως και, για το λόγο τούτο, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ, ως εκ του περιεχομένου τους, δεν κρίθηκε αναγκαία η έκδοση, περαιτέρω, προδικαστικής απόφασης, προκειμένου αυτές να καταστούν στοιχεία της δικογραφίας. Κατόπιν τούτων, το Διοικητικό Εφετείο διαμόρφωσε την κρίση του και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, χωρίς να λάβει υπόψη τις ως άνω δύο ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις. Η κρίση όμως αυτή δεν είναι νόμιμη. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, προκειμένου το Διοικητικό Εφετείο να κρίνει περί του παραδεκτού της επίκλησης και προσαγωγής των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, έπρεπε να κρίνει αιτιολογημένα αν η μη επίκληση και η μη προσαγωγή τους στην πρωτόδικη δίκη ήταν δικαιολογημένη. Για το λόγο, άρα, τούτο, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνηση, κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο ίδιο Διοικητικό Εφετείο για να κριθεί εκ νέου.

9. Επειδή, ο αναιρεσείων παρέστη ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να του καταβάλει ως δικαστική δαπάνη το ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ευρώ.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την 1978/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Διατάζει την απόδοση του παραβόλου και

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας


Γ. Παναγιωτόπουλος Ε. Κουμεντέρη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2008.

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Γ. Παναγιωτόπουλος Β. Μανωνόπουλος

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.