335/2007 ΣτΕ: Τηλεοπτικοί σταθμοί και επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της τηλεοπτικής νομοθεσίας.

Divider

Αριθμός 3335/2007

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Μ Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Δ. Πετρούλιας, Χ Ράμμος, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Μ. Σωτηροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 9 Ιανουαρίου 2003 αίτηση: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "............ ..", που εδρεύει στην Αθήνα (...... . και............), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Α. Κωνσταντινίδη (Α.Μ. 14460), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο, κατά 1) του Υπουργού ...... και ..... ........ .......... και 2) του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, οι οποίοι παρέστησαν με τον Κ. Λαϊνά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 79/22-10-2002 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Χ. Ράμμου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του ΕΣΡ και του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (αρ. γραμμ. 926809, 898376/03).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται από την αιτούσα, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού με την επωνυμία «.... ......» η ακύρωση της υπ' αριθμ. 79/22.10.2002 αποφάσεως του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή της επιβλήθηκε κύρωση του προστίμου των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για παραβάσεις της τηλεοπτικής νομοθεσίας.

3. Επειδή, αρμοδίως ασκείται το υπό κρίση ένδικο βοήθημα ως αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου εισπραττομένου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ Α΄ 159), κατά τις διατάξεις του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, έχει εκδοθεί μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), και δεν υπόκειται σε ανακοπή (πρβλ. ΣτΕ 1240/07, 565/07, 3279/06 κ.ά.).

4. Επειδή, στο άρθρο 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας (παρ. 1), στο άρθρο 5 ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του ...» (παρ. 1), στο άρθρο 9 παρ. 1 ότι η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη, στο άρθρο 14 ότι ο καθένας μπορεί να εκφράζεται και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους (παρ. 1), καθώς και ότι ο τύπος είναι ελεύθερος, ενώ η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται (παρ. 2), ενώ στο άρθρο 15 ορίζονται τα εξής: «1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγουμένου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, την φωνογραφία, την ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης. 2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και την μορφή του καθεστώτος της προηγουμένης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας ...».

5. Επειδή, εξ άλλου, με το ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159Α) ρυθμίζεται το νομικό καθεστώς και καθορίζεται το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας. Με το νόμο αυτό επιδιώκεται, όπως προκύπτει από την εισηγητική του έκθεση, μεταξύ άλλων, η εκπλήρωση της επιταγής του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος για την άνοδο της ποιοτικής στάθμης των εκπομπών της τηλεοράσεως και η προστασία του ιδιωτικού βίου και της παιδικής ηλικίας. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου τούτου, ορίζεται ότι οι άδειες λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών χορηγούνται για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να μεριμνούν για την ποιότητα του προγράμματος. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που περιέχουν αρχές δεοντολογίας των εκπομπών και διαφημίσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου, το δικαίωμα απαντήσεως του θιγομένου, η προστασία της παιδικής ηλικίας. Ειδικότερα στην παρ. 1 εδαφ. β του άρθρου τούτου ορίζονται τα εξής: «Οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική και άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή επαρκή στοιχεία για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται».

Περαιτέρω, με την παρ. 15 του άρθρου αυτού προβλέπεται η κύρωση με π.δ/μα κωδίκων δεοντολογίας που καταρτίζονται με απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και ορίζεται ότι: «...Έως την έκδοση αυτού του προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι κώδικες δεοντολογίας που έχουν εκδοθεί κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ν. 1866/1989». Συναφώς στον Κανονισμό 1/1991 «περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας στην ραδιοτηλεόραση (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας-Β΄ 421) του ΕΣΡ (βλ. ήδη π.δ.77/2003, Α 75) ορίζονται, σχετικά με την προστασία της προσωπικότητας και με το απαραβίαστο του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, ειδικότερη εκδήλωση των οποίων είναι και η προστασία της προσωπικότητας των συγγενών κατηγορουμένου ή καταδικασθέντος για αξιόποινες πράξεις, ώστε τα πρόσωπα αυτά να μην οδηγούνται σε διασυρμό εξ αιτίας της προαναφερθείσας συγγένειάς τους, και συγκεκριμένα στο άρθρο 10 παρ. 2 αυτού τα εξής: «1. ... 2. Δεν χρησιμοποιούνται εικόνες ούτε αναφέρεται το όνομα ή γίνεται με άλλο τρόπο σαφής η ταυτότητα συγγενών του κατηγορουμένου ή καταδικασθέντος για αξιόποινες πράξεις, εκτός όπου η αναφορά αυτή είναι αναγκαία για την έκθεση των γεγονότων» στην δε παρ. 4 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι δεν χρησιμοποιείται εικόνα ούτε αναφέρεται το όνομα ή γίνεται με άλλο τρόπο σαφής η ταυτότητα ανηλίκων που είναι θύματα, μάρτυρες ή κατηγορούμενοι εγκλημάτων, εκτός όπου και στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την εξακρίβωση της ταυτότητας του θύματος ή του δράστη. Επίσης, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού 2/1991 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως «περί ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων» (Κώδικας Ραδιοτηλεοπτικών Προγραμμάτων) (ΦΕΚ 421 Β) ορίζεται ότι «οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές πρέπει να εξασφαλίζουν την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοτηλεοράσεως και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας».

Τέλος, στο άρθρο 4 του προαναφερθέντος νόμου 2328/1995, ως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2644/1998 (Α 233) προβλέπονται οι διοικητικές κυρώσεις που αποσκοπούν στην τήρηση των κανόνων δεοντολογίας, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθέντες και ορίζεται ότι : «1. Σε περίπτωση παράβασης α) ... β) ... γ) των κανόνων δεοντολογίας, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού το ΕΣΡ αποφασίζει αυτεπαγγέλτως ή μετά από ερώτημα του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ή καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, την επιβολή μίας ή περισσοτέρων από τις παρακάτω κυρώσεις: αα) σύσταση για συμμόρφωση σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας με προειδοποίηση επιβολής λοιπών κυρώσεων, ββ) πρόστιμο από πέντε έως πεντακόσια εκατομμύρια (5.000.000 έως 500.000.000) δραχμές που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ ... γγ) ... δδ) ... εε) ... στστ) ... Η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού γίνεται ανάλογα με την βαρύτητα της παραβίασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει η κάτοχος της αδείας, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών».

6. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Συντάγματος καθώς και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρωθείσης με το ΝΔ 53/1974, ΦΕΚ 254 Α) κατοχυρώνεται αφ' ενός μεν το δικαίωμα του τύπου (δυνάμει δε του άρθρου 15 του Συντάγματος και της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης) να πληροφορεί το κοινό (προϋπόθεση δε για την άσκηση του δικαιώματος αυτού αποτελεί η, ωσαύτως κατοχυρούμενη με τις παραπάνω διατάξεις, ελεύθερη αναζήτηση και συλλογή πληροφοριών), αφ' ετέρου δε, εν όψει και του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα κάθε πολίτη να πληροφορείται και να ενημερώνεται τακτικά και ελεύθερα για κάθε πολιτικό και κοινωνικό εν γένει θέμα που τον ενδιαφέρει, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας των κρατικών αρχών και οργάνων (πρβλ. ΣτΕ 252-3/05 επταμελούς συνθέσεως, 2241/05 επταμελούς συνθέσεως, 1386/04, 3542/02 επταμελούς συνθέσεως 3880/2002, και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-εφεξής ΕΔΔΑ - απόφαση της 23.9.1994 Jersild, απόφαση της 26.4.1979 Sunday Times No 1, σκέψη 66, της 8.7.1986 Lingens σκέψη 41-42, της 26.11.1991 Observer και Guardian σκέψη 59). Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των γενικώς ισχυόντων κανόνων δικαίου της κειμένης νομοθεσία, όπως συνάγεται από την διατύπωση, τόσο του άρθρου 14 παρ. 1 του Συντάγματος (: «... τηρώντας τους νόμους του Κράτους»), όσο και του άρθρου 10 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Στους κανόνες δε αυτούς περιλαμβάνονται προδήλως και εκείνοι που αποσκοπούν στην προστασία της αξίας του ανθρώπου, της προσωπικότητας των ατόμων και του απαραβίαστου του ιδιωτικού και οικογενειακού τους βίου (πρβλ. συναφώς και ΕΔΔΑ απόφαση της 20.5.1999, Bladet Tromso και Stensaas, σκέψη 65, απόφαση της 2.5.2000 Bergens Tidende και άλλοι, σκέψη 53). Εν όψει τούτου, οι διατάξεις των άρθρων 3, που επιβάλλουν κανόνες δεοντολογίας στους τηλεοπτικούς σταθμούς και 4, που προβλέπουν τα των κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεως των κανόνων αυτών, του ν. 2328/1995 και των Κανονισμών Δεοντολογίας, προκειμένου να διασφαλισθεί και η επιταγή του άρθρου 15 του Συντάγματος για ποιοτική στάθμη των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, δεν έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ 3279/06, 553-4/2003 επταμελούς συνθέσεως).

7. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου (προσβαλλόμενη απόφαση, πρακτικά του ΕΣΡ της 179ης συνεδρίασης της 22.10.2002 κλπ.) προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά την διάρκεια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού «..........» της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, επί 1 λεπτό και 45 δευτερόλεπτα έγινε αναφορά στην φερόμενη ως συμμετέχουσα σε εγκλήματα της τρομοκρατικής οργάνωσης της 17ης Νοέμβρη .................. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι ο πατέρας αυτής είχε δολοφονήσει την μητέρα της και καταδικάσθηκε για το εν λόγω έγκλημα, ακολούθως δε προεβλήθησαν φωτογραφίες των εφημερίδων της περιόδου του εγκλήματος και της καταδίκης που απεικόνιζαν την ................ και τις δύο αδελφές αυτής σε παιδική ηλικία. Το ΕΣΡ (το οποίο, όπως αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, παρακολούθησε βιντεοταινία με το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του πιο πάνω σταθμού της 19.9.2002, αφού έλαβε υπόψη του τις εξηγήσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του σταθμού και το κατατεθέν ενώπιόν του υπόμνημα) θεώρησε ότι η αναφορά στις δύο αδελφές της .............. και η ταυτόχρονη προβολή των φωτογραφιών τους σε παιδική ηλικία, ως τέκνων καταδικασθέντος για το προαναφερθέν έγκλημα, παραβιάζει την επιταγή του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος σχετικά με το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου (προσβολή προσωπικότητας), ακολούθως δε επέβαλε με την προσβαλλόμενη πράξη την επίδικη κύρωση με την εξής αιτιολογία «... Ενδεχομένως η τοιαύτη αναφορά στην ................... ήταν αναγκαίο προς περιγραφή καταστάσεων, οι οποίες επηρέασαν την μετά ταύτα συμπεριφορά της. Όμως σε κάθε περίπτωση η αναφορά στις αδελφές της .................. και η προβολή της φωτογραφίας αυτών ως τέκνων καταδικασθέντος για το προαναφερθέν έγκλημα ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και καθόλου αναγκαία για την έκθεση των αναφερομένων στη ζωή της ....................... γεγονότων. Η χρησιμοποίηση της εικόνος των εν λόγω δύο ανηλίκων γυναικών απαγορεύεται από το άρθρο 10 παρ. 2 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προβολή της φωτογραφίας των δύο αδελφών της ........... προσδιορίζει σαφώς την ταυτότητα αυτών και η εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς τους δεν μπορεί να αποκατασταθεί δια της κατά το άρθρο 9 του π.δ/τος 100/2000 οριζομένης διαδικασίας. Συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς επιβολή στον ως άνω τηλεοπτικό σταθμό για την προαναφερθείσα πλημμέλεια της κυρώσεως του προστίμου». Όπως, εξ άλλου, βεβαιώνεται στην πράξη αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους του ως άνω προστίμου (15.000 ευρώ), το οποίο επιβλήθηκε στην αιτούσα συνεκτιμήθηκαν τα εξής: Η βαρύτητα της δεοντολογικής παράβασης, το εκ 2,91% μέσο ποσοστό τηλεθέασης που συγκέντρωσε το πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου τελέστηκε η παράβαση, η εκ 17.728.681 ευρώ αξία του μεριδίου αγοράς των τηλεοπτικών υπηρεσιών κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2002 που έχει αποκτήσει ο σταθμός, το εξ 376.104.000 ευρώ ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί από τον εν λόγω σταθμό και το γεγονός ότι στον ίδιο αυτό σταθμό είχαν κατά το παρελθόν επιβληθεί διάφορες κυρώσεις (αποφάσεις 78/1997, 81/1997 ... 68/2002, κ.ά.).

8. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρ. 14 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Σ/τος αφενός και άρ. 9 παρ. 1 εδ. α αφετέρου, διότι το δικαίωμα πληροφορήσεως του κοινού δεν βρίσκεται μεν σε θέση απόλυτης υπεροχής έναντι του δικαιώματος του ιδιωτικού βίου, πλην «κατέχει «προνομιούχο θέση» στο σύστημα των συνταγματικών αξιών λόγω της οργανικής συνδέσεώς του προς τη δημοκρατική αρχή ...[επομένως]... σε όλες τις περιπτώσεις σταθμίσεως των δικαιωμάτων αυτών προς άλλα η κεντρική τους θέση στο συνταγματικό σχήμα δεν πρέπει να αμφισβητείται παρά μόνο να σταθμίζεται με γνώμονα την προστασία και των λοιπών προστατευτέων δικαιωμάτων», στάθμιση που εν προκειμένω υπήρξε εσφαλμένη. Υπό τα πλαίσια αυτά, ως «εικόνα» κατ' άρ. 10 παρ. 2 του Κανονισμού 1/91 ΕΣΡ, πρέπει κατά τους αιτούντες να θεωρείται μόνον εκείνη που είναι «πρόσφορη» για την αναγνώριση ή τη διακρίβωση της ταυτότητας προσώπου (ταυτοποίηση), πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αφού οι προβληθείσες φωτογραφίες που απεικονίζουν τις ως άνω γυναίκες σε παιδική ηλικία, είναι «παλαιές», εν τω μεταξύ δε έχουν ουσιαστικά -αν όχι πλήρως- μεταβληθεί τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των δύο αυτών γυναικών. Περαιτέρω προβάλλεται ότι «η Διοίκηση κατ' εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών υπήγαγε αυτά στην επικαλούμενη διάταξη νόμου» διότι α) η παρουσίαση του συνολικού θέματος εμπίπτει στη σφαίρα του δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος [στα πλαίσια του οποίου η αναφορά στο οικογενειακό δράμα των παιδικών χρόνων της Α.Σ. ήταν αναγκαία, όπως άλλωστε και στην ίδια την προσβ/νη αναφέρεται], β) ως εκ της φύσης του γεγονότος (οικογενειακό δράμα) ήταν ανέφικτος ο πλήρης διαχωρισμός της ΑΣ από τις αδελφές της, ενώ η εμφάνιση των φωτογραφιών ήταν ελάχιστη και δεν συνοδευόταν- εν σχέσει με τα πρόσωπα αυτά-, από άλλα στοιχεία ή αναφορές που θα πρόδιδαν τη σύγχρονη κοινωνική και επαγγελματική τους υπόσταση ή ταυτότητα, γ) οι πιο πάνω φωτογραφίες είχαν δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο (κατά το χρόνο που διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα), αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα και εν πάση περιπτώσει όλα τα στοιχεία του ρεπορτάζ πάνω στο ζήτημα αυτό ήταν αληθή. Εξάλλου η αιτιολογία της προσβ/νης είναι κατά τους αιτούντες και αντιφατική, αφού το ΕΣΡ δέχεται μεν κατ' εξαίρεση ως θεμιτή την προβολή φωτογραφίας της ίδιας της ΑΣ, χωρίς όμως να αιτιολογεί και μάλιστα πλήρως γιατί και τα δύο άλλα πρόσωπα, που αφεύκτως μετείχαν στο ως άνω «οικογενειακό δράμα», δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση που ίδια ως άνω διάταξη (άρ. 10 παρ. 2 Καν. 1/1991) προβλέπει. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν, ο πιο πάνω σταθμός εν όψει του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος ενεργητικής και παθητικής πληροφορήσεως, είχε τη δυνατότητα, στα πλαίσια της πιο πάνω ειδησεογραφικής εκπομπής για την ...................., να αναφερθεί εν γένει στην είδηση περί της διαπράξεως από τον πατέρα αυτής της αναφερθείσης αξιόποινης πράξης και της συνακόλουθης καταδίκης του, αφού η προστασία του απαραβίαστου πυρήνα της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου ισχύει ανεξαιρέτως για όλα τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στα οποία αποδίδεται ενδεχομένως ποινικώς ελεγκτέα συμπεριφορά (πρβλ. ΣτΕ 1386/04 7μ), ενώ άλλωστε η «διερεύνηση» της προσωπικότητας των φερομένων ως δραστών εγκλημάτων ανήκει στα κατά νόμον αρμόδια όργανα -ζήτημα για το οποίο τελικώς δεν έλαβε θέση το ΕΣΡ («... ενδεχομένως η τοιαύτη αναφορά στην ..................... ήταν αναγκαία...»)- πάντως, η αναφορά στα πλαίσια της αυτής ειδησεογραφικής εκπομπής στις αδελφές της ................., των οποίων μάλιστα η εικόνα επίσης προβλήθηκε στην οθόνη, συνιστά άνευ ετέρου, όπως με σύννομη και επαρκή αιτιολογία και κατά ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, δέχθηκε το ΕΣΡ, παραβίαση της υποχρεώσεως σεβασμού της προσωπικότητας, της τιμής, της υπόληψης και του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου των τελευταίων, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι αυτή (δηλ. η αναφορά- και μάλιστα με τη συνοδεία φωτογραφιών- στις αδελφές της ...................) ούτε «αναγκαία» για τη μετάδοση της προαναφερθείσας είδησης καθ' εαυτής ήταν (και υπό την εκδοχή ακόμα ότι η είδηση αυτή αποτελούσε θεμιτώς αντικείμενο πληροφόρησης), ούτε όμως και συναρτάτο καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο με το δικαίωμα πληροφόρησης του κοινού επί δημοσίου ενδιαφέροντος ζητημάτων, ενώ ο ισχυρισμός της αιτούσης ότι οι ως άνω προβληθείσες παιδικές φωτογραφίες ήταν απρόσφορες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των ανωτέρω γυναικών, λόγω της παρόδου πολλών ετών, είναι απορριπτέος διότι, ανεξαρτήτως του ότι η εικόνα του προσώπου σε οποιαδήποτε ηλικία και αν αυτό βρίσκεται αποτελεί αυτονοήτως ουσιώδες στοιχείο εξατομίκευσής του και συστατικό της προσωπικότητάς του, πάντως στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα του δελτίου), η ως άνω αναφορά, πέραν των φωτογραφιών, συνδυάσθηκε και με άλλα στοιχεία («σε μία φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης», αναφορά οικογενειακού επωνύμου, ονοματεπώνυμα πατέρα και μητέρας, προσδιορισμός συγγενείας) που στο σύνολό τους καθιστούσαν επαρκώς σαφή την ταυτότητα των δύο ως άνω γυναικών, που «διασυνδέθηκαν» έτσι προς το προαναφερθέν γεγονός, εμφανισθείσες ως τέκνα καταδικασθέντος. Συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται περαιτέρω ότι, ως προς τις τελευταίες αυτές, δεν έγινε καμία άλλη αναφορά εν σχέσει προς τα λοιπά στοιχεία της «σύγχρονης κοινωνικής ή επαγγελματικής τους υπόστασης ή ταυτότητας». Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω παραβάσεως είναι κατά νόμον αδιάφορο α) το εάν η συντελεσθείσα προσβολή της προσωπικότητας ενός προσώπου διήρκεσε επί περισσότερο ή ολιγότερο χρονικό διάστημα (ΣτΕ 553/03 7μ), β) ο ειδικότερος τρόπος συλλογής και κτήσεως των κρίσιμων φωτογραφιών (πχ μέσω των αρχείων εφημερίδων κλπ) [ούτε άλλωστε ο Κανονισμός 1/91 κάνει τέτοια διάκριση), γ) η αλήθεια ή μη των δημοσιοποιούμενων γεγονότων κατά την πραγματική τους βάση (ΣτΕ 553/03 7μ, 3545/02 7μ). Ούτε εξάλλου υπό τα πιο πάνω δεδομένα τίθεται ζήτημα αντιφατικότητας των αιτιολογιών της απόφασης του ΕΣΡ.

9. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι καθ' υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοικήσεως και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη η κύρωση του προστίμου, ενώ έπρεπε να της απευθυνθεί οδηγία ή έστω να της επιβληθεί η κύρωση της συστάσεως, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι επρόκειτο περί θέματος που «για πρώτη φορά ανεφάνη» και αφετέρου ότι ουδέποτε έχει επιβληθεί στο σταθμό οιαδήποτε κύρωση για αντίστοιχο θέμα.

10. Επειδή, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το ΕΣΡ, προκειμένου να επιλέξει την επιβλητέα στην αιτούσα διοικητική κύρωση, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε κριτήρια εξ εκείνων, που προβλέπονται στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν.2328/1995 (όπως τροποποιηθείσα ήδη ισχύει) και που είναι, κατά την εν λόγω διάταξη, η βαρύτητα της παραβίασης, η τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει ο κάτοχος της άδειας του τηλεοπτικού σταθμού, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και η τυχόν ύπαρξη υποτροπών. Ενόψει δε της βαρύτητας της διαπραχθείσης εκ μέρους του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού παραβάσεως των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας (παραβίαση της υποχρεώσεως τηρήσεως ποιοτικής στάθμης των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και της υποχρεώσεως σεβασμού της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου) και ενόψει και του γεγονότος ότι η επιβληθείσα κύρωση είναι εκ των χαμηλοτέρων που μπορούν εν γένει, κατά το προεκτεθέν άρθρο, να επιβληθούν (ειδικώς δε προκειμένω περί χρηματικών κυρώσεων είναι και η χαμηλότερη δυνατή), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ότι κατά την επιμέτρηση του προστίμου παραβιάστηκε η αρχή της χρηστής διοικήσεως και ότι η Διοίκηση ενήργησε καθ' υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής της ευχερείας και υπό την εκδοχή ακόμα (πρβλ. ΣτΕ 2241/05) ότι ο σταθμός της αιτούσης δεν ήταν υπότροπος σε τέτοιου είδους παραβάσεις. (πρβλ. ΣτΕ 253/06, 3279/06 7μ). Εξάλλου, η κρίση περί της καταλληλότητας της επιλεγείσης κυρώσεως για την επίτευξη των ως άνω επιδιωκομένων σκοπών δημοσίου συμφέροντος ανάγεται στην ουσιαστική εκτίμηση του ΕΣΡ, η οποία εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος είναι έλεγχος νομιμότητας και ο οποίος περιλαμβάνει μόνο τον έλεγχο της τηρήσεως εκ μέρους του ΕΣΡ, κατά την διενέργεια των κρίσεων αυτών, της αρχής της αναλογικότητας και της μη υπερβάσεως των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχερείας (πρβλ. ΣτΕ 3278-9/2006, 253/2005 επταμελούς συνθέσεως, 553/2003 επταμελούς συνθέσεως, 477/2002, 2543-4/1999 κ.ά.). Συνεπώς οι προαναφερθείσες αιτιάσεις είναι αβάσιμες.

11. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα, στο
σύνολό της, ως αβάσιμη.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αιτούσα ως δικαστική δαπάνη του Δημοσίου το ποσόν των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2007

Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος

Μ. Βροντάκης Α. Τριάδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Α. Τσαμπάση Α. Ρίπη

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.