8/2009 ΑΠ: Καθορισμός αμοιβής του δικηγόρου ο οποίος μετέσχε στην προσπάθεια του εντολέα προς συμβιβασμό

Divider

Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία από αυτές αρχή, ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ` αυτήν, αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους (Ολ.ΑΠ 13/2008, 7/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19 Μαΐου 2008 κλήση των αναιρεσιβλήτων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, 10) Χ10, 11) Χ11, 12) Χ12, 13) Χ13, 14) Χ14 και 15) Χ15, φέρεται ενώπιον της Ολομελείας, μετά την υπ' αριθμ. 1228/2005 παραπεμπτική απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, το νομικό ζήτημα που ανέκυψε επί της από 13 Μαρτίου 2002 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 22-10-2002 και 1-10-2003 προσθέτων λόγων αυτής κατά της υπ' αριθμ. 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, "εάν ο δικηγόρος, που εκτέλεσε δικαστικές και εξώδικες εργασίες κατ' εντολή του εντολέως του και συνέπραξε ακολούθως στο συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ αυτού (εντολέως) και του αντιδίκου του τελευταίου, δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε πριν συμπράξει στον ανωτέρω συμβιβασμό, ή δεν δικαιούται, διότι η αμοιβή για τον συμβιβασμό καλύπτει και την αμοιβή του για τις παραπάνω εργασίες". Η ανωτέρω κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία υπογράφεται από τη δικηγόρο Αναστασία Γιαννικοπούλου, επιδόθηκε στους καθ' ων, με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Ψ, με εντολή της φερόμενης ως πληρεξουσίας δικηγόρου των καλούντων Αικατερίνης Κάμαρη, όπως προκύπτει τούτο από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... . Κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-12-2008), οι καλούντες-αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, παρέστησαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, με έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε εμπροθέσμως στις 17-12-2008 η εμφανιζόμενη ως πληρεξουσία δικηγόρος τους Αναστασία Γιαννικοπούλου. Όμως, όπως προκύπτει από τη δήλωση αυτή, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος δεν εκπροσωπεί τις εκ των καλούντων τρίτη, δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη, Χ4, Χ14 και Χ15. Ούτε προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Αικατερίνης Μπεχτσή, με το οποίο οι λοιποί εκ των καλούντων, εμφανισθέντες και εκπροσωπηθέντες από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο με δήλωση, χορήγησαν σ' αυτήν πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή τους αυτή, ότι οι ανωτέρω τρεις καλούσες έχουν διορίσει νομίμως κατ' άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ως άνω φερόμενη ως πληρεξουσία δικηγόρο τους Αναστασία Γιαννικοπούλου, για να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Τέλος, από τα έγραφα της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι οι άνω τρεις καλούσες, ως προς τις οποίες δεν αποδεικνύεται νόμιμη εκπροσώπηση ούτε χορήγηση πληρεξουσιότητας προς την υπογράφουσα την κλήση δικηγόρο, έχουν κληθεί με επιμέλεια των λοιπών καλούντων ομοδίκων τους ή των καθ' ων η κλήση. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13 Μαρτίου 2002 αιτήσεως των: 1) Ψ1, 2) Χ2 και 3) Ψ4 υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικά αναιρεσείοντος Ψ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.