Απόφαση 19248/2025 ΠΠρΘεσ (Ακύρωση Διαθήκης)
Το γεγονός ότι το σύμπαν θα φέρει στο γραφείο μας ό,τι πιο περίεργο και δύσκολο υπάρχει από υπόθεση κληρονομικού δικαίου, το έχουμε αποδεχθεί πλέον. Αυτή είναι η μοίρα μας. Προχωράμε παρακάτω. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρακάτω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί αγωγής που καταθέσαμε για λογαριασμό εντολέα μας. Με την αγωγή επιδιώξαμε την ακύρωση της διαθήκης του πατέρα της εντολέα μας, που ήταν τετιμημένη κληρονόμος από κοινού με τις δύο αδελφές της.
Παρά τις αγαθές προθέσεις του διαθέτη, η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των κληρονόμων λόγω των τεταμένων προσωπικών σχέσεών τους σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα των όρων της διαθήκης, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη να επιδιωχθεί η ακύρωσή της. Η νομική βάση στην οποία στηριχθήκαμε ήταν αφενός η αντίθεση των όρων στα χρηστά ήθη, λόγω υπέρμετρης δέσμευσης της εντολέα μας ως κληρονόμου και αφετέρου η αντίθεση της διαθήκης στον νόμο, λόγω διορισμού ως εκτελέστριας διαθήκης μίας εκ των τετιμημένων αδελφών.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της. Εντούτοις, η υπόθεση ήταν σαν να κερδήθηκε και θα εξηγήσω το παράδοξο. Στις δύσκολες υποθέσεις κληρονομικού δικαίου, είναι ουσιώδες να περάσεις «το πρώτο στάδιο ελέγχου» που είναι ο έλεγχος από το Δικαστήριο των όρων του παραδεκτού της αγωγής. Αφού το Δικαστήριο ελέγξει ότι υφίστανται οι όροι του παραδεκτού, ακολούθως εξετάζει την υπόθεση στην ουσία της. Αυτό εν προκειμένω επιτεύχθηκε. Περαιτέρω, παρά την απόρριψη, η ερμηνεία της διαθήκης που έκανε το Δικαστήριο ήταν προς το συμφέρον της εντολέα μας, εφόσον διευκρίνισε ότι αυτή εγκαταστάθηκε κληρονόμος σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς υπό αίρεση και όχι υπό τρόπο. Η ερμηνεία αυτή άνοιξε τον δρόμο για τη ματαίωση της πλήρωσης της αιρέσεως από την εντολέα μας, έφερε εξελίξεις στην υπόθεση και την προχώρησε μετά από έτη στασιμότητας. Επιπρόσθετα, υποχρέωσε και τις έτερες συγκληρονόμους σε ενέργειες που ήταν και αυτό ένα ζητούμενο. Ταυτόχρονα, ασκήσαμε έφεση κατά της απόφασης κατά το μέρος που αυτή απέρριψε την αγωγή ως προς την ακυρότητα του διορισμού μίας εκ των αδελφών - συκληρονόμων ως εκτελέστριας της διαθήκης. Την απόφαση επί της έφεσης θα ανεβάσουμε και αυτή στην ιστοσελίδα μας ανωνυμοποιημένη, όταν εκδοθεί.
Η σύνταξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά χρονοβόρος και απαιτητική. Χρειάστηκε να αναζητήσουμε και να μελετήσουμε τα σχετικά κεφάλαια όλων των διαθέσιμων βιβλίων στη βιβλιοθήκη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για να την ολοκληρώσουμε.
Το δικηγορικό μας γραφείο ασχολείται επισταμένως με το κληρονομικό δίκαιο από το 2005. Θα χαρούμε να εξυπηρετήσουμε κι εσάς.
Αριθμός Απόφασης 19248/2025
Γενικός Αριθμός Κατάθεσης Αγωγής: 21124/2023
Ειδικός Αριθμός Κατάθεσης Αγωγής: 17939/2023
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές ………., Πρόεδρο Πρωτοδικών, ………., Πρωτοδίκη, και ………., Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, καθώς και από τη Γραμματέα, ……….
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………., η οποία προκατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου, Αθανάσιου Ρόζου (ΑΜ ΔΣΘ 8228), δυνάμει του από 12.01.2024 ιδιωτικού εγγράφου παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας, και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ………., και 2) ………., οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις η μεν πρώτη (1η) αυτοπροσώπως, η δε δεύτερη (2η) δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, ………., δυνάμει του από 07.02.2024 ιδιωτικού εγγράφου παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας, και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10.10.2023 αγωγή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 10.10.2023, λαμβάνοντας γενικό αριθμό κατάθεσης 21124/2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 17939/2023, η οποία, μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπονται τα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τους νόμους 4335/2015 και 4842/2021, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνηση της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι, επίσης, άκυρη, αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα που έχει για την ηθική σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο κατά γενική αντίληψη χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος.
Για την κρίση αναφορικά με την αντίθεση της διάταξης τελευταίας βούλησης στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά της, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη, ο σκοπός που επιδίωκε και γενικά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή (ΑΠ 323/2012 ΤΝΠ Νόμος: ΑΠ 1047/1998 Ελλην 1999.126 = ΤΝΠ Νόμος: ΕφΑθ 936/2020 ΤΝΠ Ισοκράτης: ΕφΑθ 7073/2008 Ελλην 2011.235 = ΤΝΠ Νόμος), ενώ κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση της αντίθεσης της διαθήκης στα χρηστά ήθη είναι ο χρόνος θανάτου του διαθέτη (ΠολΠρωτΧίου 7/2014 ΤΝΠ Ισοκράτης μ.π.π. σε θεωρία). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 ΑΚ προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στον χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βούλησης, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, με βάση τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για τον μετά το θάνατό του χρόνο, με τους περιορισμούς, όμως, αφενός των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και αφετέρου του άρθρου 178 ΑΚ. Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται μ' αυτήν είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάληψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης, και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του, ιδίως όταν καταλείφθηκε σε αυτά, χωρίς εύλογη αφορμή, μικρό, αναλόγως, μέρος της περιουσίας του (ΑΠ 1326/2022 ΤΝΠ Νόμος: ΑΠ 740/2010 ΤΝΠ Νόμος: ΑΠ 1618/2009 ΤΝΠ Νόμος: ΑΠ 825/2009 ΤΝΠ Νόμος). Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και, συνεπώς δεν είναι άκυρη η διαθήκη, όταν έγινε για λόγους που δεν είναι ηθικώς επιλήψιμοι (ΑΠ 370/2017 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα www.areiospagos.gr).
Παραπέρα, αίρεση αποτελεί το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός από το οποίο εξαρτάται η ενέργεια μιας δικαιοπραξίας. Αν η εξάρτηση συνίσταται στη μη επέλευση του σκοπούμενου αποτελέσματος μέχρι την πραγμάτωση του μέλλοντος και αβέβαιου γεγονότος, η αίρεση είναι αναβλητική (ΑΚ 201), ενώ, αν συνίσταται στην αναδρομική ανατροπή του αμέσως επερχόμενου αποτελέσματος διαλυτική (ΑΚ 202). Υπό αίρεση, αναβλητική ή διαλυτική, μπορεί να τελεί και μονομερής δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, συνακόλουθα και η διάταξη τελευταίας βούλησης. Κατά συνέπεια, ο διαθέτης μπορεί εγκύρως να εξαρτά την εγκατάσταση κληρονόμου από αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, όπως, άλλωστε, συνάγεται ευχερώς από τα άρθρα 1797 επ. ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η τιθέμενη αίρεση δεν επιβάλλει υποχρέωση σε βάρος του (υπό αίρεση) κληρονόμου και για τον λόγο αυτό δεν προβλέπεται εξαναγκασμός του στην πραγμάτωση του γεγονότος που αποτελεί την αίρεση, έστω και αν αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του.
Ο διαθέτης, πάντως, ενεργώντας στο πλαίσιο της εξουσίας ελεύθερης διάθεσης δικαιούται να επιβάλει στον κληρονόμο (ή και στον κληροδόχο) υποχρέωση για κάποια παροχή, όπως ρητά προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1715 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εγκατάσταση υπό τρόπο, αφού ως τρόπος («modus») ορίζεται η προς παροχή υποχρέωση που επιβάλλει ο διαθέτης με διάταξη τελευταίας βουλήσεως σε εγκατάστατο, χωρίς να προσπορίζει σε άλλον δικαίωμα σ' αυτήν την παροχή. Η παροχή, δηλαδή το περιεχόμενο, του τρόπου μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε συμπεριφορά του κληρονόμου (πράξη ή παράλειψη, έστω και μη χρηματικώς αποτιμητή), από την οποία να ωφελείται οποιοσδήποτε, άρα ακόμα και τρίτο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής που συνιστά τον τρόπο, με εξαίρεση την περίπτωση που ο τρίτος είναι εκείνος που καλούταν στην κληρονομία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αν δεν υπήρχε η διάταξη τελευταίας βούλησης, οπότε ως άμεσα ωφελούμενος από την έκπτωση του αρχικά επιβαρημένου κληρονόμου δικαιούται να απαιτήσει την εκπλήρωση του τρόπου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2014 ΑΚ. Σε περίπτωση, όμως, μη εκπληρώσεως, δεν επέρχεται κατ' αρχήν έκπτωση ή περιορισμός του βεβαρημένου ως προς το κληρονομικό του δικαίωμα ή τα καταλειφθέντα σ' αυτόν περιουσιακά στοιχεία, αλλά γεννάται ενοχική υποχρέωση κατά το άρθρο 2016 ΑΚ.
Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι, αν με τη διάταξη τελευταίας βούλησης επιβάλλεται στον τετιμημένο (κληρονόμο ή κληροδόχο) υποχρέωση, πρόκειται για εγκατάσταση υπό τρόπο και όχι για εξάρτηση της εγκατάστασης υπό αίρεση, η οποία δεν τον υποχρεώνει. Το κρίσιμο κριτήριο, συνεπώς, της διακρίσεως έγκειται εν τέλει στο αν ο εγκατάστατος υποχρεούται ή απλώς δικαιούται να εκπληρώσει τη συμπεριφορά που τάσσεται με τη διαθήκη. Σοβαρές ενδείξεις υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής απορρέουν συνήθως αφενός από τη χρησιμοποιούμενη διατύπωση λ.χ. ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμο μου τον Α «αν ή εφόσον ή όταν ή υπό τον απαραίτητο όρο ότι θα παράσχει στον Β ...» ή «υπό την υποχρέωση να παράσχει στον Β», οπότε στην μεν πρώτη περίπτωση πρόκειται κατά κανόνα για αίρεση και στη δεύτερη για επιβολή τρόπου, αφετέρου ο βαθμός ακριβείας, με την οποία προσδιορίζεται η συμπεριφορά που επιβάλλεται στον εγκατάστατο, καθώς ο ακριβής προσδιορισμός του τρόπου, χρόνου και γενικά των περιστάσεων, υπό τις οποίες ο βεβαρημένος πρέπει να προβεί στην εκπλήρωση της υποχρέωσης οδηγεί στην εκδοχή της αίρεσης, ενώ, η ασάφεια και ο γενικόλογος προσδιορισμός τόσο της υποχρέωσης καθεαυτής όσο και του τρόπου εκπληρωσής της καταφάσκουν υπέρ του τρόπου (βλ. Γεωργιάδη, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, Αστικός Κώδικας – Κατ' άρθρο ερμηνεία, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 2011-2016, σελ. 786 επ. αριθ. 13, 14 και 15· Αρχανιωτάκη, Εγκατάσταση κληρονόμου υπό αίρεση και υπό τρόπο, κριτήρια διάκρισης και συνέπειες – Συμπλήρωση προγενέστερης διαθήκης με νέα, ερμηνεία υποκειμενική, Αρμ 2006.1167· βλ. και ΑΠ 781/2024 ΤΝΠ Νόμος).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 208 ΑΚ «αίρεση που προσδίδει παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο στη δικαιοπραξία την καθιστά άκυρη».
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διάταξης τελευταίας βούλησης, εφόσον δεν υπάρχει στο κληρονομικό δίκαιο του ΑΚ πρόβλεψη γενικής φύσης περί των συνεπειών της εξάρτησης της διάταξης τελευταίας βούλησης από παράνομη ή ανήθικη αίρεση (άλλως επί ειδικών θεμάτων τα άρθρα 1794 - 1796 ΑΚ), συνάγεται ότι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση κριθεί ότι η προσθήκη αίρεσης προσδίδει στην τελευταία διάταξη ανήθικο περιεχόμενο, καθίσταται άκυρη ολόκληρη η τελευταία διάταξη, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στο βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο κατά το οποίο η αίρεση εθεωρείτο σαν «μη γεγραμμένη» (για τα ανωτέρω, βλ. ΑΠ 953/1996 ΤΝΠ Ισοκράτης· ΑΠ 1341/1982 ΝοΒ 1983.1187 = ΤΝΠ Νόμος· ΕφΛαρ 209/2005 ΤΝΠ Νόμος· ΠολΠρωτΘεσ 6804/2022 Αρμ 2022.1595 = ΤΝΠ Νόμος· ΠολΠρωτΧίου 7/2014 ό.π.· ΠολΠρωτΑθ 48/2011 ΤΝΠ Νόμος). Η ακυρότητα, όμως, αυτή δεν πλήττει ολόκληρη την διαθήκη που περιέχει περισσότερες διατάξεις, αλλά αναφέρεται αποκλειστικά σε εκείνο το αυτοτελές τμήμα ή σε εκείνη τη διάταξη της διαθήκης που τελεί υπό την παράνομη ή ανήθικη αίρεση (άρθρο 181 ΑΚ). Όλα δε τα ανωτέρω ισχύουν, υπό την προϋπόθεση ότι από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει διαφορετική βούληση του διαθέτη (ΠολΠρωτΧίου 7/2014 ό.π.· ΠολΠρωτΑθ 3197/1986 ΤΝΠ Ισοκράτης). Περίπτωση δε ανήθικης αίρεσης αποτελεί και εκείνη, κατά την οποία τα αποτελέσματα της διάταξης τελευταίας βούλησης εξαρτώνται, από τον διαθέτη, από πράξη ή παράλειψη του τετιμημένου, η οποία καθ' εαυτή δεν είναι ανήθικη, προσλαμβάνει, όμως, ανήθικο χαρακτήρα εκ του ότι με την προσθήκη της αιρέσεως σκοπείται, δια της στερήσεως της προσδοκίας εκ του νόμου ωφελημάτων, ο επηρεασμός της βουλήσεως αυτού (του τετιμημένου) επί ζητημάτων, για τα οποία, κατά τις ηθικές αντιλήψεις που κρατούν στην κοινωνία, πρέπει να ενατόκεινται στην ελεύθερη βούλησή του λ.χ. από την αίρεση σύναψης γάμου του με ορισμένο πρόσωπο ή με πρόσωπο που ανήκει σε ορισμένο κύκλο, άσκησης ορισμένου επαγγέλματος σε καθορισμένο μάλιστα τόπο, λήψης πτυχίου ημεδαπού ή αλλοδαπού πανεπιστημίου ή άλλης ανώτατης σχολής θετικών επιστημών (βλ. ΑΠ 1889/1985 ΝοΒ 1986.1598 = ΤΝΠ Νόμος: ΑΠ 268/1984 ΝοΒ 1985.278 = ΤΝΠ Νόμος: ΕφΛαρ 209/2005 ό.π.: ΠολΠρωτΘεσ 6804/2022 ό.π.: ΠολΠρωτΑθ 2702/2014 ΤΝΠ Νόμος: ΠολΠρωτΑθ 3197/1986 ό.π.).
Τέλος, ο διαθέτης μπορεί με τη διαθήκη του να ορίσει ως εκτελεστή αυτής, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ΑΚ 2017 εδ α'), το οποίο πρέπει κατά τον χρόνο αποδοχής του λειτουργήματος να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, διαφορετικά είναι άκυρος ο διορισμός του (ΑΚ 2018). Εκτελεστής μπορεί να διοριστεί ο κληρονόμος, ο καταπιστευματοδόχος, ο κληροδόχος ή τρίτος, όχι, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1726 παρ. 2 ΑΚ και τα πρόσωπα που συμπράττουν σε δημόσια διαθήκη (ΑΚ 1725), σε μυστική διαθήκη (ΑΚ 1739), σε έκτακτη διαθήκη (ΑΚ 1751), σε διαθήκη σε εκστρατεία (ΑΚ 1753) ή σε διαθήκη του βρισκόμενου σε αποκλεισμό (ΑΚ 1757), ούτε και τα πρόσωπα που βρίσκονται προς αυτά (τα «συμπράττοντα πρόσωπα») σε μια από τις σχέσεις της ΑΚ 1725. Αν υπάρχει ένας μόνος κληρονόμος δεν νοείται κατ' αρχήν διορισμός αυτού ως εκτελεστή, με εξαίρεση την περίπτωση που η εκτέλεση αφορά τις υποχρεώσεις ή τους όρους που έχουν επιβληθεί στον κληροδόχο. Επί περισσοτέρων κληρονόμων μπορεί να οριστεί ένας ή μερικοί απ' αυτούς ως εκτελεστές για τους λοιπούς, οπότε ο εκτελεστής, στις περιπτώσεις αυτές ορίζεται για μέρος της κληρονομίας [βλ. Σπυριδάκη, Κληρονομικό Δίκαιο, 2018, σελ. 532 επ. (534): Μπεχλιβάνη, σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ ΙΙ, 2013, υπό το άρθρο 2017, σελ. 1639 αριθ. 13: Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, 5η Έκδοση, 1989, § 77 σελ. 327/328].
Στην προκείμενη περίπτωση, στην υπό κρίση αγωγή εκτίθεται ότι ο πατέρας των διαδίκων, ………., κάτοικος εν ζωή Θεσσαλονίκης, απεβίωσε στις ………., αφήνοντας την υπ' αριθ. ………. δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………. και δημοσιεύτηκε νόμιμα, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους του τη σύζυγό του και τα τρία (3) κοινά τους τέκνα, ήτοι την ενάγουσα και τις δύο (2) εναγόμενες αδελφές της. Ότι με την ως άνω δημόσια διαθήκη, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στην αγωγή, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι:
1) αφήνει το διαμέρισμα του πρώτου (1ου) ορόφου μιας οικοδομής κείμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) κατ' ισόβια επικαρπία στη σύζυγό του και κατά ψιλή κυριότητα στην ενάγουσα, με τον όρο να μεταβιβάσει συγχρόνως προς την πρώτη (1η) εναγόμενη, λόγω δωρεάς εν ζωή, κατά πλήρη κυριότητα, το συνολικό ιδανικό της μερίδιο στο ευρισκόμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) οικόπεδο, το οποίο απέκτησε με τα εκεί αναφερόμενα συμβόλαια,
2) αφήνει το διαμέρισμα του πέμπτου (5ου) ορόφου μιας οικοδομής κείμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) κατ' ισόβια επικαρπία στη σύζυγό του και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εναγόμενη, με τον όρο να μεταβιβάσει συγχρόνως προς την πρώτη (1η) εναγόμενη, λόγω δωρεάς εν ζωή, κατά πλήρη κυριότητα, το συνολικό ιδανικό της μερίδιο στο ευρισκόμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) οικόπεδο, το οποίο απέκτησε με τα εκεί αναφερόμενα συμβόλαια,
3) σε περίπτωση θανάτου της επικαρπώτριας συζύγου του, θα συνεχίζονται να εκπληρώνονται όλες οι υποχρεώσεις που έχει αναλάβει εν ζωή (όπως τα δάνεια προς την τράπεζα ……….) από τα ως άνω εισοδήματα και μόνο όταν εκλείψουν όλες οι υποχρεώσεις θα μπορέσουν να αναλάβουν το μερίδιό τους και τέλος
4) ότι η πρώτη (1η) εναγόμενη ορίζεται ως «εκτελεστής της διαθήκης με πλήρη διαχειριστική εξουσία».
Ότι οι ως άνω διατάξεις της διαθήκης, με τις οποίες ο διαθέτης εξάρτα την περιέλευση των ευρισκόμενων στην οδό ………. διαμερισμάτων στην ενάγουσα και στη δεύτερη (2η) εναγόμενη, υπό τον όρο της σύγχρονης μεταβίβασης εκ μέρους τους προς την πρώτη (1η) εναγόμενη του συνολικού μεριδίου συγκυριότητάς τους επί του ευρισκόμενου στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) οικοπέδου, τυγχάνουν ανήθικες και ως εκ τούτου άκυρες, καθώς δεσμεύεται υπέρμετρα η ελευθερία τους σε ζητήματα που, κατά τις κρατούσες στην κοινωνία περί ηθικής αντιλήψεις, ενατόκεινται μόνο στην ελεύθερη βούλησή τους.
Ότι, ομοίως, άκυρη ως ανήθικη, λόγω υπέρμετρης δεσμεύσεως της ελευθερίας τους ως κληρονόμους, είναι και η άλλη προσβαλλόμενη διάταξη που δίνει τη δυνατότητα στους κληρονόμους να καναλάβουν» το μερίδιό τους, μόνο μετά την ολοσχερή αποπληρωμή όλων των υποχρεώσεων του διαθέτη, και, τέλος
Ότι η διάταξη της διαθήκης, με την οποία ορίζει ως εκτελεστή της διαθήκης την πρώτη (1η) εναγόμενη είναι άκυρη, καθώς, η τελευταία αποτελεί νόμιμο βιολογικό τέκνο του διαθέτη και η εξ αίματος συγγενική σχέση πρώτου (α') βαθμού που τους συνδέει αποτελεί κώλυμα για τον διορισμό της.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ως άνω αναφερόμενων διατάξεων της δημόσιας διαθήκης, επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον, τόσο ως τιμώμενη με τη διαθήκη, όσο και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός της και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή, ακριβές αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 215 § 2 ΚΠολΔ προθεσμίας στις εναγόμενες (βλ. τις υπ' αριθ. ………. και ………. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……….), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 30 § 1 ΚΠολΔ, απορριπτομένης ως αβάσιμης της ένστασης περί κατά τόπο αναρμοδιότητας, που υπέβαλαν οι εναγόμενες με τις από 07.02.2024 προτάσεις τους, δεδομένου ότι κρίσιμος, κατ' άρθρο 30 § 1 ΚΠολΔ, είναι ο τόπος της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου (ή διαμονής του, για την περίπτωση που δεν είχε κατοικία), ως τέτοια δε νοείται, σε συνδυασμό και με το άρθρο 51 ΑΚ, ο κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του, δηλαδή ο τόπος που είχε καταστεί, σύμφωνα με τη βούλησή του, το σταθερό κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 1730/2009 ΧρΙΔ 2010.713 ΤΝΠ Νόμος), που, εν προκειμένω, αποδεικνύεται ότι ήταν η πόλη της Θεσσαλονίκης, καθώς σ' αυτήν α) ο θανών διατηρούσε ιδιόκτητη κατοικία (διαμέρισμα πολυκατοικίας), ευρισκόμενη στην περιοχή της Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….), στην οποία είχε εγκατασταθεί τουλάχιστον προ δεκαετίας μετά της συζύγου του, ………., αμέσως μετά την ανέγερση της ως άνω οικοδομής με φροντίδα και δαπάνες του ιδίου, υπό την ιδιότητα του ως .........., β) ασκούσε την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα (..........) και τέλος γ) σ' αυτήν και συγκεκριμένα στο Γ.Ν. Θεσσαλονίκης «……….» συνετάξε την προσβαλλόμενη δημόσια διαθήκη (στις ……….) και απεβίωσε λίγες μέρες αργότερα (στις ……….) και όχι το χωριό ………. (γνωστό και ως «……….») της τοπικής κοινότητας ………. της δημοτικής ενότητας ………. του Δήμου ………. της περιφερειακής ενότητας ………., απ' όπου ήταν η καταγωγή του (υπό την έννοια του τόπου γέννησης), τα ανωτέρω δε αποδεικνύονται από τις δικαστικές ομολογίες των εναγομένων περί μόνιμης διαμονής του κληρονομουμένου στο ευρισκόμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….), διαμέρισμα, από την κατασκευή της οικοδομής στην οποία βρίσκεται μέχρι και τον θάνατό του (σελ. 10 των από 07.02.2024 προτάσεων τους), τις εξώδικες ομολογίες της πρώτης (1ης) εναγόμενης περί μόνιμης διαμονής του πατέρα τους στην πόλη της Θεσσαλονίκης εν γένει, κατά τα τελευταία σαράντα πέντε (45) χρόνια της ζωής του, όπως αυτές εμπεριέχονται στην 21.11.2022 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 23.11.2022, στην οποία, μάλιστα, υπό την ιδιότητα της δικηγόρου, υποδεικνύει ρητά προς την καθ' ης αυτή απευθύνεται και ήδη ενάγουσα. πως δικαστήριο της κληρονομίας είναι το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο, άλλωστε, υπέβαλε και η ίδια τη δήλωση αποδοχής του λειτουργήματος του εκτελεστή διαθήκης, και τη με αριθ. πρωτ. ΔΣΘ ………. ένορκη βεβαίωση του ………. (συζύγου της 2ης εναγόμενης), που λήφθηκε ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης ………. κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. την υπ' αριθ. ………. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ……….) και ουδόλως αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι στη ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομουμένου αναγράφεται ως τόπος κατοικίας του το χωριό ……….. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 178, 180, 201, 208 παρ. 1 ΑΚ, 68, 70 και 176 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπέρ του εκτελεστή διάταξης της διαθήκης, δεδομένου ότι η εξ αίματος συγγένεια πρώτου (α') βαθμού της πρώτης (1ης) εναγόμενης με τον διαθέτη δεν συνιστά νόμιμο κώλυμα διορισμού της στο εν λόγω λειτούργημα, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή. Η επικαλούμενη εκ μέρους της διάταξη του άρθρου 1726 παρ. 2 ΑΚ απαγορεύει, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τον ορισμό ως εκτελεστή προσώπου που συμπράττει σε δημόσια διαθήκη ή που τελεί σε μια από τις σχέσεις του άρθρου 1725 ΑΚ μ’ αυτό, ήτοι με πρόσωπο που συνέπραξε κατά τη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης, ως τέτοια δε («συμπράττοντα πρόσωπα») νοούνται ο συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες, όχι, όμως, και ο ίδιος ο διαθέτης. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, με την επισήμανση ότι πρόκειται περί διαφοράς, για το αντικείμενο της οποίας τα μέρη δεν έχουν εξουσία διάθεσης, διότι διέπεται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης (βλ. γνώμες της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων Διαμεσολάβησης με αριθ. 2/2021 και 13/2021, αμφότερες δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα diamesolavisi.gov.gr/gnomes-epitropis-nomikon-thematon).
Από την ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης ………. υπ' αριθ. ………. ένορκη βεβαίωση του ………., την οποία νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, με πρωτοβουλία της οποίας λήφθηκε χωρίς την παρουσία των εναγομένων, αν και κλήθηκαν προς τούτο νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. τις υπ' αριθ. ………. και ………. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……….), από τις ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης ………. με αριθ. πρωτ. ΔΣΘ ………. ένορκη βεβαίωση του ………., που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη (1η εναγόμενη), και με αριθ. πρωτ. ………. ένορκη βεβαίωση του ………., που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη (2η εναγόμενη), οι οποίες λήφθηκαν χωρίς την παρουσία της ενάγουσας, αν και κλήθηκε προς τούτο νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. τις υπ’ αριθ. ………. και ………. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ……….), από τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη (άρθρο 339 σε συνδυασμό με άρθρο 395 ΚΠολΔ) είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως εμπεριέχονται στις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, στις οποίες γίνεται ειδική αναφορά στη συνέχεια, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις ………. απεβίωσε στο νοσοκομειακό ίδρυμα Θεσσαλονίκης Γ.Ν.Θ. «……….», σε ηλικία ………. (.....) ετών, από ………., ο ………., κάτοικος εν ζωή Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….), συντάσσων – ………., αφήνοντας την υπ' αριθ. ………. δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε στο ως άνω γενικό νοσοκομείο [στο δωμάτιο με αριθ. ………. του τρίτου (3ου) ορόφου] ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………. και τριών (3) μαρτύρων: α) του ………., β) του ………. και γ) του ……….. Με την ως άνω δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. ………. πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο θανών εγκατέστησε ως μόνους κληρονόμους του τη σύζυγό του, ………., καθώς και τα τρία (3) κοινά τους τέκνα, ήτοι την ενάγουσα και τις δύο (2) εναγόμενες αδελφές της. Ειδικότερα, μ' αυτήν ο διαθέτης αφήνει: 1) το ευρισκόμενο στο ………. (επί της οδού ……….) κατάστημα, κατ' ισόβια επικαρπία στην ως άνω σύζυγό του και κατά ψιλή κυριότητα στις διαδίκους, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία (ήτοι κατ' ιδανικό μερίδιο 1/3 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία), 2) το διαμέρισμα του πρώτου (1ου) ορόφου μιας οικοδομής κείμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) κατ' ισόβια επικαρπία στην ως άνω σύζυγό του και κατά ψιλή κυριότητα στην ενάγουσα, με τον όρο η τελευταία να μεταβιβάσει συγχρόνως προς την αδελφή της και ήδη πρώτη (1η) εναγόμενη, λόγω δωρεάς εν ζωή, κατά πλήρη κυριότητα, το συνολικό ιδανικό της μερίδιο στο ευρισκόμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) οικόπεδο, το οποίο απέκτησε με το υπ' αριθ. ………. συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………. και του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………. (εφεξής και «πρώτος επίμαχος ή προσβαλλόμενος όρος»), 3) το διαμέρισμα του πέμπτου (5ου) ορόφου μιας οικοδομής κείμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) κατ' ισόβια επικαρπία στην ως άνω σύζυγό του και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη (2η) εναγόμενη, με τον όρο η τελευταία να μεταβιβάσει συγχρόνως προς την πρώτη (1η) εναγόμενη, λόγω δωρεάς εν ζωή, κατά πλήρη κυριότητα, το συνολικό ιδανικό της μερίδιο στο ευρισκόμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) οικόπεδο, το οποίο απέκτησε με τα προαναφερόμενα συμβόλαια (εφεξής και «δεύτερος επίμαχος ή προσβαλλόμενος όρος»), 4) το σπίτι και την αποθήκη που βρίσκονται στον οικισμό ………. κατ' ισόβια επικαρπία στην ως άνω σύζυγό του και κατά ψιλή κυριότητα στις διαδίκους, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία (ήτοι κατ' ιδανικό μερίδιο 1/3 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία), 5) τα γεωργικά μηχανήματα (γεωργικός ελκυστήρας, διασκοβάρνα, άροτρο, πλατφόρμα κ.λπ.) και το αυτοκίνητό του στην ως άνω σύζυγό του, 6) όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του, από οποιαδήποτε στοιχεία και αν αποτελείται, όπως ενδεικτικά: τα ευρισκόμενα στο ………. (επί της οδού ……….) διαμερίσματα καθώς και τα αγροτεμάχια και τα οικόπεδα που βρίσκονται τόσο στο ………. όσο και στην περιοχή της ………., στις διαδίκους κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία (ήτοι κατ' ιδανικό μερίδιο 1/3 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία), με την επισήμανση, όσο αναφορά στα αγροτεμάχια που βρίσκονται στον οικισμό ………., ότι θα πρέπει να ισομοιραστούν στις διαδίκους, αφού συνυπολογισθεί ότι η ενάγουσα και η πρώτη (1η) εναγόμενη έχουν λάβει ήδη μέρος των συνολικά τετρακοσίων (400) περίπου στρεμμάτων. Συγκεκριμένα, μ' αυτήν αφήνει «στην κόρη του ………. – δεύτερη (2η) εναγόμενη - εβδομήντα (70) στρέμματα στην περιοχή ………. (40 και 30), ποσοστό 1/3 ήτοι 66,66 στρέμματα η καθεμία από τα δύο (2) αγροτεμάχια στην περιοχή ………. 200 στρεμμάτων συνολικά (από 100 το καθένα) στις κόρες του ………., ………. και ………. –διαδίκους - , το οποίο θα χωρίσουν σε μακρόστενες λωρίδες, όπου η μια θα πάρει τη λωρίδα που βρίσκεται από την πλευρά του δρόμου και η άλλη από τη μέσα πλευρά». Περαιτέρω, με την ως άνω δημόσια διαθήκη του ορίζει ότι από τις επικαρπίες που αφήνει στη σύζυγό του, θα εκπληρώνονται όλες οι υποχρεώσεις από τα δάνεια που υπάρχουν (τα οποία είναι στα ονόματα των θυγατέρων του, της συζύγου του και του δικού του) και οι οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ., αλλά και αυτές της συζύγου του, καθώς και όποια άλλη υποχρέωση υπάρχει ή προκύψει μετά τον θάνατό του και οφείλεται σε υποχρεώσεις που είχε αναλάβει εν ζωή (τακτοποιήσεις αυθαιρέτων κ.λπ.). Επίσης, μ' αυτήν ορίζει ότι από τα έσοδα από τα χωράφια, τόσο από την είσπραξη και την πώληση του σιταριού, όσο και από τις επιδοτήσεις που αναλογούν στα χωράφια (μετά την αφαίρεση των εξόδων), θα πρέπει να καλυφθούν τα έξοδα για τις μεταβιβάσεις εκατέρωθεν των αδελφών και οποιοδήποτε σχετικό έξοδο καθώς και ότι σε περίπτωση θανάτου της συζύγου του θα συνεχίζονται όλες οι υποχρεώσεις που είχε αναλάβει εν ζωή (όπως τα δάνεια προς την τράπεζα ……….) να εκπληρώνονται από τα ως άνω εισοδήματα και μόνο όταν εκλείψουν όλες οι υποχρεώσεις θα μπορέσουν να αναλάβουν το μερίδιό τους (εφεξής και «τρίτος επίμαχος ή προσβαλλόμενος όρος»). Τέλος, με την επίμαχη δημόσια διαθήκη ο θανών ορίζει εκτελεστή αυτής την πρώτη (1η) εναγόμενη «με πλήρη διαχειριστική εξουσία».
Πέντε (5) περίπου χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις ………. απεβίωσε στην κατοικία της στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….), η σύζυγος του διαθέτη και μητέρα των διαδίκων, ………., με αποτέλεσμα με τον θάνατό της να αποσβεστεί η επικαρπία που είχε συσταθεί υπέρ αυτής επί των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων και να ενεργοποιηθεί ο προσβαλλόμενος όρος της επίμαχης δημόσιας διαθήκης του ………., κατά τον οποίο, σε περίπτωση θανάτου της συζύγου του θα συνεχίζονται να εκπληρώνονται όλες οι υποχρεώσεις που είχε αναλάβει εν ζωή (όπως τα δάνεια προς την τράπεζα ……….) από τα προερχόμενα από την εκμετάλλευση των ως άνω ακινήτων εισοδήματα καθώς και από τα έσοδα από τα χωράφια, και μόνο όταν εκλείψουν όλες οι υποχρεώσεις θα μπορέσουν οι κόρες του (και ήδη διάδικοι) να αναλάβουν το μερίδιό τους.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ενώσω βρισκόταν ακόμη εν ζωή ο διαθέτης, ………., είχε μεταβιβάσει λόγω γονικής παροχής, στις κόρες του και ήδη διαδίκους, ποσοστό πλήρους κυριότητας 16 % εξ αδιαιρέτου σε έκαστη εξ αυτών, επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου οικοπέδου (εκτάσεως 217 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης και 222,12 τ.μ. κατόπιν πρόσφατης εμβαδομέτρησης), ευρισκόμενου εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς και συγκεκριμένα ………. (επί της οδού ……….), με το υπ' αριθ. ………. συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. ………. συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις ………. στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς (στον τόμο ………. και με αριθμό ……….), ο διαθέτης, ως συγκύριος κατά ποσοστό 52 % εξ αδιαιρέτου, προέβη από κοινού με τις διαδίκους, ως συγκύριες κατά συνολικό ποσοστό 48 % εξ αδιαιρέτου, στη σύσταση επί του ως άνω οικοπέδου των κάτωθι οριζόντιων ιδιοκτησιών, τις οποίες διένειμαν συγχρόνως μεταξύ τους, ως εξής: ο μεν πρώτος απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα α) του υπογείου ορόφου, εμβαδού 72 τ.μ., μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστού αναγκαστικής συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο των 40/1000 εξ αδιαιρέτου, β) του πρώτου (1ου) ορόφου - διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 72,20 τ.μ., μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστού αναγκαστικής συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο των 160/1000 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο των 160/1000 εξ αδιαιρέτου (με ΚΑΕΚ ……….) και δ) ποσοστού 160/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί στο δικαίωμα της καθ' ύψος πέραν του 5ου ορόφου ή άλλως επεκτάσεως της οικοδομής, ενώ έκαστη εκ των διαδίκων απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός οροφοδιαμερίσματος, με καθαρό εμβαδόν 72,20 τ.μ. και αναλογούν ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο 160/1000 εξ αδιαιρέτου το καθένα απ' αυτά, και συγκεκριμένα του δεύτερου (2ου) ορόφου (με ΚΑΕΚ ……….) η δεύτερη εκ των εναγομένων, του τρίτου (3ου) ορόφου (με ΚΑΕΚ ……….) η πρώτη εξ αυτών και του τέταρτου (4ου) ορόφου (με ΚΑΕΚ ……….) η ενάγουσα, μετά του ανήκοντος σε καθένα από τα ως άνω πέντε (5) οροφοδιαμερίσματα δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο υπόστηλο όροφο (πυλωτή) της οικοδομής (εμβαδού 12 τ.μ. περίπου). Η ως άνω οικοδομή ανεγέρθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ………. άδειας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια και φροντίδα του αποβιώσαντος, ο οποίος ήταν .........., ενώ για την κάλυψη των δαπανών ανεγέρσής της λήφθηκαν στεγαστικά δάνεια από τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες «……….» και «……….», στο όνομα τόσο του ιδίου και της συζύγου του, όσο και των θυγατέρων τους και ήδη διαδίκων, προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκαν υποθήκες και προσημειώσεις υποθήκης επί των ως άνω πέντε (5) οροφοδιαμερισμάτων. Το ύψος των ως άνω δανειακών υποχρεώσεων που παραμένουν έως σήμερα ανεξόφλητες ανέρχεται σε: 1) ποσό 27.638,91 €, που αποτελεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από δανειακή σύμβαση συναφθείσα στο όνομα του αποβιώσαντος πατρός τους, ασφαλιζόμενο δια εγγραφής υποθήκης επί του διαμερίσματος του πρώτου (1ου) ορόφου της ως άνω οικοδομής, με ΚΑΕΚ ………. (κληρονομιαίο ακίνητο), 2) ποσό 67.918 €, που αποτελεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από δανειακή σύμβαση συναφθείσα στο όνομα της συζύγου του αποβιώσαντος – μητέρας των διαδίκων και των ιδίων (των διαδίκων), ασφαλιζόμενο δια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματος του πέμπτου (5ου) ορόφου της ως άνω οικοδομής, με ΚΑΕΚ ………. (κληρονομιαίο ακίνητο), 3) ποσό 67.918 €, που αποτελεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από δανειακή σύμβαση συναφθείσα στο όνομα της ενάγουσας και της πρώτης (1ης) εναγόμενης, με την εγγύηση του συζύγου της τελευταίας, ………., ασφαλιζόμενο δια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματος του τρίτου (3ου) ορόφου της ως άνω οικοδομής, με ΚΑΕΚ ………., 4) ποσό 156.597,23 €, που αποτελεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από δανειακή σύμβαση συναφθείσα στο όνομα της πρώτης (1ης) εναγόμενης, ασφαλιζόμενο δια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του ως άνω διαμερίσματος ιδιοκτησίας της, με ΚΑΕΚ ………., 5) ποσό 151.646,17 € που αποτελεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από δανειακή σύμβαση συναφθείσα στο όνομα της δεύτερης (2ης) εναγόμενης, ασφαλιζόμενο δια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματος του δεύτερου (2ου) ορόφου της ως άνω οικοδομής, με ΚΑΕΚ ………., 6) ποσό 140.051,36 €, που αποτελεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από δανειακή σύμβαση συναφθείσα στο όνομα της ενάγουσας, ασφαλιζόμενο δια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματος του τέταρτου (4ου) ορόφου της ως άνω οικοδομής, με ΚΑΕΚ ………., και συνολικά στο ποσό των 581.851,67 €. Ο διαθέτης θεώρησε τις ως άνω δανειακές υποχρεώσεις ως αποκλειστικά δικές του οικονομικές υποχρεώσεις, γι' αυτό και μέχρι τον θάνατό του τις εξυπηρετούσε ο ίδιος, ενώ για τον μετά τον θάνατό του χρόνο έθεσε στην δημόσια διαθήκη τον επίμαχο όρο, κατά τον οποίο μόνο κατόπιν της ολοσχερούς εξόφλησής τους από τα έσοδα που προέρχονται τόσο από τα χωράφια (λ.χ. επιδοτήσεις, τίμημα από την πώληση σιταριού κ.λπ.) όσο από την εκμετάλλευση των κληρονομιαίων αστικών ακινήτων, των οποίων την επικαρπία είχε αφήσει στη σύζυγό του, θα δύνανται οι κληρονόμοι να αναλάβουν το μερίδιό τους. Ο επίμαχος αυτός όρος καταλαμβάνει και τις οφειλές που είχε ο διαθέτης (αλλά και η σύζυγός του) προς το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τις οποίες αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του θανάτου του υπήρχαν ενεργές οφειλές του ιδίου τόσο προς το Ελληνικό Δημόσιο, προερχόμενες από φορολογία εισοδήματος και από πρόστιμο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου ………. του Νομού ………., αναφορικά με την ευρισκόμενη στο ………. κατοικία (μετά του ισογείου χώρου στάθμευσης και της ισόγειας αποθήκης), όσο και προς τον ΕΦΚΑ, προερχόμενες από εργοδοτικές εισφορές που γεννήθηκαν κατά την ανοικοδόμηση της ευρισκόμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) πολυκατοικίας.
Ο ως άνω προσβαλλόμενος όρος της δημόσιας διαθήκης, που εισάγει τρόπο τόσο κατά το σκέλος αυτού που διευρύνει την έννοια των «χρεών της κληρονομίας», έτσι ώστε να εμπίπτουν σε αυτά όλες οι οικονομικές υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας και ενεργειών, έστω και αν δεν αναλήφθηκαν στο όνομά του και δεν αποτελούν τυπικά χρέη της κληρονομίας, κατά την έννοια του άρθρου 1885 ΑΚ, όσο κατά το σκέλος του που ρυθμίζει ειδικό τρόπο διαχείρισης ορισμένων κληρονομιαίων ακινήτων με σκοπό την αποπληρωμή των ως άνω χρεών κατά προτεραιότητα από τα προερχόμενα από την εκμετάλλευση των εν λόγω ακινήτων εισοδήματα, είναι καθόλα έγκυρος και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ούτε από άποψη περιεχομένου, ούτε από άποψη των επιδιωκόμενων με αυτόν αποτελεσμάτων. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες υπό τις οποίες τέθηκε η επίμαχη διάταξη και συνοδεύουν αυτήν και ιδίως την έννοια που προσδίδει ο διαθέτης στα «χρέη της κληρονομίας», στα οποία εντάσσει και τις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα ως άνω συγγενικά του πρόσωπα στο όνομά τους για λογαριασμό του ιδίου, καθώς και τον διαφορετικό βαθμό επιβάρυνσης έκαστου εκ των κληρονόμων του με τις ως άνω δανειακές υποχρεώσεις, δεδομένου ότι τα ληφθέντα εκ μέρους τους στεγαστικά δάνεια δεν ήταν ισόποσα, ενώ, παράλληλα, για την εξασφάλιση αυτών χορηγήθηκαν ασφάλειες, προσωπικές και εμπράγματες, διαφορετικής μεταξύ τους βαρύτητας, προκύπτει ότι ο ως άνω όρος τέθηκε από τον διαθέτη προκειμένου να καταμεριστεί ισομερώς η περιουσία του, όχι μόνο ως προς το ενεργητικό αυτής αλλά και ως προς το παθητικό της. Επομένως, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη στη διατύπωση του ως άνω όρου δεν είναι ταπεινά και ηθικώς επιλήψιμα. Εξάλλου, με τον όρο αυτό δεν τέθηκε γενική απαγόρευση διάθεσης (εκποίησης) των κληρονομιαίων ακινήτων, καθώς η ισχύς του έχει περιορισμένο χρονικά ορίζοντα, που τοποθετείται στην ολοσχερή αποπληρωμή των «χρεών της κληρονομιάς», υπό την έννοια που προαναφέρθηκε. Μάλιστα, όπως αποδεικνύεται από τις ομολογίες των διαδίκων που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους, τα χρέη του διαθέτη προς το Ελληνικό Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ έχουν ήδη εξοφληθεί από τις ίδιες και απομένουν προς εξόφληση μόνο οι ως άνω αναλυτικά αναφερόμενες δανειακές υποχρεώσεις. Συνεπώς, ο τρόπος που τέθηκε με την επίμαχη διάταξη τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και είναι καθόλα έγκυρος και δεσμευτικός για τις βεβαρημένες μ' αυτόν κληρονόμους του, όπως επίσης και για την οριοθεσία με τη διαθήκη ως εκτελεστή αυτής, με την επιφύλαξη πάντοτε των διατάξεων περί νόμιμης μοίρας, καθώς τέτοια βάση δεν περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αγωγή, είναι δε διαφορετικό επίσης το ζήτημα αν, με βάση τα εισπραττόμενα από τα ως κληρονομιαία ακίνητα εισοδήματα, σε συνάρτηση πάντοτε και με το ύψος των «χρεών της κληρονομιάς», η εκτέλεση του επίμαχου αυτού τρόπου ήταν κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη ή κατέστη εν συνεχεία αδύνατη και δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την υπό κρίση αγωγή.
Περαιτέρω, αναφορικά με τις προσβαλλόμενες διατάξεις της δημόσιας διαθήκης που αφορούν στην εγκατάσταση της ενάγουσας και της δεύτερης (2ης) ενάγομενης ως κληρονόμων σε δήλα πράγματα και συγκεκριμένα στα ευρισκόμενα στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) διαμερίσματα, του πρώτου (1ου) και του πέμπτου (5ου) ορόφου αντίστοιχα, υπό τον όρο της σύγχρονης μετάβασης εκ μέρους τους προς την πρώτη (1η) ενάγομενη του συνολικού μεριδίου συγκυριότητάς τους επί του ευρισκόμενου στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….) οικοπέδου, λεκτέα είναι τα εξής:
Κατ' αρχάς, από τη χρησιμοποιούμενη εκ μέρους του διαθέτη διατύπωση («το διαμέρισμα … να περιέλθει κατά ψιλή κυριότητα στην κόρη μου …», με τον όρο να μεταβιβάσει συγχρόνως στην αδελφή της …») σε συνδυασμό με τον επακριβή προσδιορισμό του χρόνου και του τρόπου, κατά τον οποίο η ενάγουσα και η δεύτερη (2η) ενάγομενη βαρύνονται να προβούν στη μετάβιβαση των ποσοστών συγκυριότητάς τους, αλλά και των επιμέρους λεπτομερειών που τις συνοδεύουν (λ.χ. πρόβλεψη της διαθήκης ότι τα έξοδα που θα προκύψουν από τις εκατέρωθεν μεταβιβάσεις θα καλυφθούν από τα έσοδα από τα χωράφια), συνάγεται ότι πρόκειται περί προσθήκης αιρέσεων και όχι περί επιβολής τρόπου. Η εγκατάσταση δηλαδή της ενάγουσας και της δεύτερης (2ης) ενάγομενης ως κληρονόμων στα ως άνω κληρονομιαία ακίνητα τελεί υπό την αίρεση της ταυτόχρονης μετάβασης εκ μέρους τους προς την πρώτη (1η) ενάγομενη - αδελφή τους, με δωρέα εν ζωή, των ποσοστών συγκυριότητάς τους επί ενός άλλου οικοπέδου, που βρίσκεται επίσης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (και συγκεκριμένα στην οδό ……….). Με τις προσβαλλόμενες διατάξεις τίθεται τόσο στην ενάγουσα όσο και στη δεύτερη (2η) εναγόμενη μια υποχρέωση προς παροχή, αμιγώς οικονομικού περιεχομένου, ως αντιστάθμισμα για την εγκατάστασή τους ως κληρονόμων στα ως άνω κληρονομιαία ακίνητα, η δε πράξη από την οποία εξαρτήθηκε η εγκατάστασή τους δεν είναι ανήθικη καθεαυτή, ούτε προσλαμβάνει οποιαδήποτε στίγμα ανηθικότητας, εν προκειμένω, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη το περιεχόμενο των επίμαχων διατάξεων, τον χαρακτήρα τους ως αιρέσεων, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη στη διατύπωσή τους, αλλά και τα επιδιωκόμενα με αυτές αποτελέσματα, και συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι:
α) Τα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων επί του έτερου αυτού οικοπέδου, που βρίσκεται, επίσης, στον συνοικισμό «……….» στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (επί της οδού ……….), εμβαδού 231,43 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης και 231,29 τ.μ. κατόπιν νεότερης μέτρησης, με ΚΑΕΚ ………., αποκτήθηκαν μεν δυνάμει των αναφερόμενων στη δημόσια διαθήκη συμβολαίων πώλησης και συγκεκριμένα δυνάμει του υπ' αριθ. ………. συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στις ………. στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς (στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ……….) και του υπ' αριθ. ………. συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στις ………. στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς (στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ……….), τα χρήματα, όμως, που απαιτήθηκαν για την αγορά τους, τα είχε δωρίσει στις διαδίκους ατύπως ο πατέρας τους, όπως τούτο ομολογείται ρητά απ' αυτές (βλ. σελ. 11 των από 07.02.2024 προτάσεων των ενάγομένων και σελ. 5 της από 22.02.2024 προσθήκης στις προτάσεις της ενάγουσας). Ειδικότερα, δυνάμει του πρώτου εκ των ως άνω αναφερόμενων συμβολαίων πώλησης η ενάγουσα και η πρώτη (1η) ενάγομενη κατέστησαν συγκύριες, κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, της κάθετης ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ ………., με αναλογούν ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο 500/1000 εξ αδιαιρέτου, ενώ δυνάμει του δεύτερου οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριες της κάθετης ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ ………., με αναλογούν ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο 500/1000 εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 13,9% εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα, 13,9% εξ αδιαιρέτου η πρώτη (1η) ενάγομενη και 38,88% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη (2η) ενάγομενη.
β) Σκοπός του διαθέτη ήταν ο ισομερής καταμερισμός της περιουσίας του μεταξύ των τριών (3) θυγατέρων του και ήδη διαδίκων, στο πλαίσιο δε της προσπάθειάς του αυτή συνυπολόγισε και τα περιουσιακά στοιχεία που είχε ήδη παράσχει σε αυτές όσο ήταν εν ζωή, είτε με γονικές παροχές, είτε με άτυπες δωρεές χρημάτων εκ μέρους του. Τα ανωτέρω αναφορικά με τον πραγματικό σκοπό του διαθέτη επιληφθέντων, άλλωστε, και από τον όρο της διαθήκης που αφορά στη διανομή των ευρισκόμενων στο ………. αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας του, και σε κάθε περίπτωση ουδόλως αμφισβητούνται από τις διαδίκους και δη από την ενάγουσα, η οποία ρητά αναφέρει στην από 22.02.2024 προσθήκη στις προτάσεις της (βλ. σελ. 5 αυτής) ότι ο πατέρας της, κατά τη διατύπωση των επίμαχων διατάξεων στη διαθήκη του, δεν είχε πρόθεση να αδικήσει οποιαδήποτε από τις θυγατέρες του.
γ) Ενόψει του ότι η μετάβιβαση των ποσοστών συγκυριότητας τους επί του οικοπέδου στην οδό ………. τέθηκε ως αίρεση (και όχι ως τρόπος), δεν προβλέπεται κατά νόμο εξαναγκασμός τους στην πραγμάτωση του γεγονότος που αποτελεί την αίρεση, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα υπέρμετρης δέσμευσης της συμβατικής τους ελευθερίας, η δε εκπλήρωση ή μη της επίμαχης αναβλητικής αιρέσεως εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη βούλησή τους και τις δικές τους προσωπικές σταθμίσεις αναφορικά με το ισάξιο (ή μη) της παροχής που έθεσε ο διαθέτης ως όρο για την εγκατάστασή τους ως κληρονόμων στα συγκεκριμένα δύο (2) κληρονομιαία ακίνητα, ενώ, παράλληλα, δεν εγείρονται ζητήματα αθέμιτου επηρεασμού της βουλήσεώς τους, δεδομένου ότι η μη εκπλήρωση της τεθείσας αιρέσεως δεν συνιστά γενικό λόγο έκπτωσής τους από το σύνολο της κληρονομιάς περιουσίας.
Συμπερασματικά, η ενάγουσα και η δεύτερη (2η) ενάγομενη διατηρούν την ελευθερία να αποφασίσουν αν επιθυμούν να μεταβιβάσουν τα ποσοστά συγκυριότητάς τους προς την πρώτη (1η) ενάγομενη αδελφή τους και να αποκτήσουν σε αντάλλαγμα αυτής (της μεταβίβασης), αιτία εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός οροφοδιαμερίσματος ή αν θα ματαιώσουν οριστικά την πλήρωση της τεθείσας αιρέσεως, με αποτέλεσμα η διαδοχή ως προς επίμαχα αυτά κληρονομιαία ακίνητα να λάβει χώρα με βάση τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής.
Από το σύνολο των προαναφερθέντων προκύπτει αβίαστα ότι οι προσβαλλόμενες με την υπό κρίση αγωγή διατάξεις της δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις ………. ………. δεν είναι άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη, καθώς δεν δεσμεύουν υπέρμετρα την ελευθερία των κληρονόμων και ήδη διαδίκων, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολό τους, λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τους εξ αίματος συγγένειας δευτέρου (β΄) βαθμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Θεσσαλονίκη, στις 21 Ιουλίου 2025.