Απόφαση 19373/2025 ΜΠρΘεσ (Ασφαλιστικά Mέτρα Nομής)
Στην εν λόγω υπόθεση, οι εντολείς μας (κατά των οποίων στράφηκε η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων νομής) βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να «χάσουν το σπίτι τους» στον πλειστηριασμό. Το επίδικο διαμέρισμα είχε χαρακτήρα σταθερής οικογενειακής κατοικίας επί περίπου 25 έτη. Οι εντολείς μας (καθ’ ων η αίτηση) ασκούσαν τη νομή συνεχώς, με φυσική παρουσία και πραγματική εξουσίαση του ακινήτου, συντηρώντας το διαμέρισμα επιμελώς και διατηρώντας το σε εξαιρετική κατάσταση.
Σε περίπτωση αγοράς ακινήτου από πλειστηριασμό, ο νέος ιδιοκτήτης έχει υπό προϋποθέσεις το δυνατότητα να αποβάλλει από το ακίνητο τον προηγούμενο ιδιοκτήτη εκτελώντας την «περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης» του πλειστηριασμού με δικαστικό επιμελητή, χωρίς να χρειάζεται να είναι εφοδιασμένος με δικαστική απόφαση ως «εκτελεστό τίτλο». Εν προκειμένω, για νομικούς και πραγματικούς λόγους που δεν είναι επί του παρόντος να αναλυθούν, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα από τους νέους ιδιοκτήτες του ακινήτου και, συνεπώς, η έκδοση δικαστικής απόφασης ήταν γι’ αυτούς μονόδρομος.
Κατά το άρθρο 682 §1 ΚΠολΔ, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προϋποθέτει είτε επείγουσα περίπτωση είτε επικείμενο κίνδυνο. Η επείγουσα περίπτωση συνδέεται με την ανάγκη άμεσης προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, όταν η πάροδος του χρόνου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης απειλεί να επιφέρει ουσιώδη βλάβη στο επίδικο δικαίωμα ή στο πράγμα. Αντίστοιχα, επικείμενος κίνδυνος νοείται μόνον όταν η απειλούμενη βλάβη επικρέμαται άμεσα και δεν αποτελεί απλώς ενδεχόμενο ή θεωρητικό σενάριο.
Οι αιτούντες στήριξαν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων τους αποκλειστικά στον ισχυρισμό ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος εκ προθέσεως πρόκλησης ζημιών, λόγω της οικογενειακής αντιδικίας και της επικείμενης αποχώρησης των καθ’ ων. Ωστόσο, δεν προσδιορίστηκε καμία συγκεκριμένη πράξη, καμία απειλή, ούτε οποιαδήποτε αρχή τέλεσης συμπεριφοράς που να δείχνει ότι η βλάβη «επίκειται από στιγμή σε στιγμή».
Το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας τέτοιος φόβος παραμένει στο επίπεδο της υπόθεσης και δεν συνιστά επικείμενο κίνδυνο κατά την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι το ακίνητο διατηρούνταν σε άριστη κατάσταση, στοιχείο ασύμβατο με την ύπαρξη άμεσου κινδύνου φθοράς, καθώς και στο ότι οι αιτούντες δεν επικαλέστηκαν δική τους επείγουσα ανάγκη χρήσης ή στέγασης .
Με τη συλλογιστική αυτή, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα ασφαλιστικά μέτρα δεν μπορούν να λειτουργούν ως εργαλείο πίεσης ή ως υποκατάστατο της τακτικής διαδικασίας και της αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν απουσιάζει πραγματική και αποδεδειγμένη ανάγκη άμεσης προστασίας. Η αίτηση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με επιβολή της δικαστικής δαπάνης σε βάρος των αιτούντων.
Μετά την απόρριψη της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων οι αντίδικοι επανήλθαν με αγωγή, την οποία επίσης θα αντικρούσουμε και, όταν εκδοθεί η απόφαση, θα ανεβάσουμε και αυτή ανωνυμοποιημένη στην ιστοσελίδα μας!
Το γραφείο μας ασχολείται συστηματικά με υποθέσεις που αφορούν ακίνητα και δίκαιο πολυκατοικίας από το 2005. Θα χαρούμε να σας εξυπηρετήσουμε.
Αριθμός απόφασης: 19373 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή ………., Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την παρουσία της Γραμματέως ………..
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 2η Ιουνίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ………., 2) ………., 3) ………. και 4) ………., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ………., που κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) ………. και 2) ………., οι οποίοι παραστάθηκαν, η μεν πρώτη των καθ'ων δια, ο δε δεύτερος των καθών μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αθανασίου Ρόζου (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 8229), που κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 07-04-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ: ………. και ΕΑΚ: ………. αίτησή τους, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό για τους λόγους που επικαλούνται σ' αυτή, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναγράφονται στα πρακτικά και στα έγγραφα σημειώματά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηριασμό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί νόμιμο τίτλο ως αιτία παραγωγού τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ' ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει σύμβασης", όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 199, 513, 1192 και 1198 ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή. Εάν ο υπερθεματιστής καταβάλλει ολόκληρο το οφειλόμενο πλειστηριάσμα, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, το φόρο μεταβίβασης και την αναλογία στα έξοδα περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, γεννάται υποχρέωση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να του χορηγήσει περίληψη, ύστερα από αίτησή του. Με την έκδοση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο), η κυριότητα και η νομή του πλειστηριασθέντος ακινήτου μεθίστανται, χωρίς ιδιαίτερη παράδοση, στον υπερθεματιστή, ο οποίος έχει εκλεκτικό δικαίωμα ή να προβεί στην εκτέλεση της περίληψης αυτής κατά του οφειλέτη, ή του κατέχοντος το πράγμα στο όνομα του καθ' ου η εκτέλεση, ή να επιδιώξει την αποβολή του με τις περί νομής αγωγές των άρθρων 987, 989 ΑΚ καθόσον νομέας είναι πλέον ο υπερθεματιστής, η δε παραμονή στο πλειστηριασθέν ακίνητο του οφειλέτη ή των διαδόχων του, παρά τη θέληση εκείνου, αποτελεί παράνομη προσβολή της νομής του (694/2016 ΠΠΡ Αθηνών, ΤΝΠ Νόμος, όπου παραπομπή σε νλν, Ολ.ΑΠ 2/1993 Ελλάδη 1993.1348, ΑΠ 2089/2013 ΧρίΔ 2014.277, ΑΠ 605/2007 ΝοΒ 2007.1838).
ΙΙ. Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 984, 987 και 989 ΑΚ ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επίπληψα απέναντί του. Αποβολή είναι η αφαίρεση του πράγματος από το νομέα ή πιο συγκεκριμένα κάθε πράξη ή παράλειψη, που συνεπάγεται για το νομέα στέρηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 688 παρ. 1 και 733 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής, πρέπει να αναφέρονται:
α) ότι ο αιτών ήταν νομέας του επίδικου κατά τον χρόνο της διατάραξης ή της αποβολής και της επίδοσης της αίτησης, με αναφορά των μερικότερων εμφανών διακατοχικών πράξεων του νομέως, από τις οποίες συνάγεται η άσκηση φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και η πραγμάτωση της θελήσεώς του να εξουσιάζει τούτο, διάνοια κυρίου. Εξάλλου, ο αιτών δικαστική προστασία αρκεί για το ορισμένο του δικογράφου του να επικαλεστεί και να αποδείξει τη νομή του επί του πράγματος, υπό την παραπάνω αναφερόμενη έννοια κατά τον χρόνο αποβολής ή διατάραξης, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλεστεί και νόμιμο δικαίωμα που στηρίζει αυτή, αφού η νομή προστατεύεται απλώς ως νομή (ΑΠ 643/1971 ΝοΒ 20.198, ΑΠ 579/1970 ΝοΒ 18.1461, ΑΠ 64/1972 ΝοΒ 20.623, ΕιρΧαλκ 17/1987 Ελλάδη 1988.773).
β) το είδος του αντικειμένου που προσβλήθηκε και ακριβής περιγραφή του,
γ) η παράνομη και χωρίς τη θέληση του αιτόντα νομέα αποβολή από τη νομή από τον καθ' ου, ο οποίος απέκτησε τη νομή και τη διατηρεί κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης και
δ) τον επικείμενο κίνδυνο ή την επείγουσα περίπτωση που συντρέχει για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. Κ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Α', σ. 210-211, Β. Βαθρακοκοίλη, Ασφαλιστικά Μέτρα, Ερμηνεία - Νομολογία - Βιβλιογραφία, έκδ. 2012, άρθρο 682, αρ. 36, σ. 46-47).
Από τον συνδυασμό δε των άρθρων 682 παρ. 1 και 690 ΚΠολΔ συνάγεται ότι βασική προϋπόθεση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι η πιθανολόγηση επείγουσας περίπτωσης ή η αποτροπή επικειμένου κινδύνου, εκ των οποίων θα παραβλάπτονταν το επίδικο δικαίωμα ή η ικανοποίηση αυτού, μέχρι την επίτευξη της δικαστικής διάγνωσης κατά την εκκρεμή ή μέλλουσα να ανοιχθεί διαγνωστική δίκη, επίσης δε, θα αποφεύγονταν βλάβες που μπορεί να προέκυπταν κατά το απαιτούμενο χρονικό διάστημα της διεξαγωγής της διαγνωστικής δίκης ή της αναγκαστικής εκτέλεσης. «Επείγουσα» δε περίπτωση νοείται εκείνη που χρειάζεται άμεση ρύθμιση με δικαστική παρέμβαση, όπως συμβαίνει όταν η πάροδος του χρόνου μέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής πρόκειται να επιφέρει ουσιώδη βλάβη οποιασδήποτε εκτάσεως στην υλική φύση του αντικειμένου, ενώ «επικείμενος κίνδυνος» υπάρχει όταν η απειλούμενη βλάβη από στιγμή σε στιγμή επικρέμεται επί του πράγματος ή των διαδίκων. Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προφανώς την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης που χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από το δικαιούχο για να μην προξενηθεί από τη βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς ουσιώδης και αναπόπρεπτος κίνδυνος και μάλιστα με τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου. Η προσωρινή ρύθμιση της νομής, ειδικότερα, στα πλαίσια των άρθρων 733 και 734 ΚΠολΔ, προϋποθέτει τη συνδρομή επείγουσας ανάγκης να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η εξουσίαση του κρίσιμου αντικειμένου και δεν αποτελεί ασυνομικό μέτρο, ώστε να δικαιολογείται από μόνο τον απειλούμενο «κίνδυνο διαπληκτισμών και έριδων» των διαδίκων. Επομένως, στην έννοια της επείγουσας περίπτωσης δεν περικλείεται και ο κίνδυνος διαπληκτισμών και συγκρούσεων αφού από τον κίνδυνο αυτόν δεν μπορεί να επέλθει βλάβη του επίδικου δικαιώματος ενώ η επίκλησή του είναι νομικώς αβάσιμος ισχυρισμός, κατ' αντίθεση προς το προϊσχύον δίκαιο (άρθρο 4 παρ. 3 Ν. ΓΨΗΖ 2/1911) που οριζόταν ρητώς η συνδρομή του (ΠΠρΑθ 4789/2011, ΜΠρΑθ 1486/2013 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη, Η Νομή, έκδοση 2015, σελ. 568).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. ………. και ………. περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων ακινήτου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………., νομίμως μεταγεγραμμένων στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, απέκτησαν ο πρώτος και η δεύτερη των αιτούντων αντίστοιχα, κατόπιν νομίμως διενεργηθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος των οφειλετών - καθών η αίτηση, κατά το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας, έκαστος εκ των αιτούντων, του ειδικά περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου, οι δε τρίτη και τέταρτη των αιτούντων είναι συννομείς και συγκύριες λόγω κληρονομίας κατά των λοιπών ποσοστών της συγκυριότητας, ήτοι κατά το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστη εξ αυτών. Ότι παρά τις ειδικά αναφερόμενες στο δικόγραφο της αίτησης ενέργειες των αιτούντων να τους αποδοθεί από τους καθ'ων η νομή και κατοχή του ένδικου ακινήτου, οι τελευταίοι συνεχίζουν να διαμένουν σε αυτό, έχοντας την αποκλειστική χρήση του, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τη νομή στο αναλογούν μερίδιό τους δια της αποβολής τους από αυτήν. Με βάση το ιστορικό αυτό και προκειμένου να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, που συνίσταται στη φθορά του επίδικου, οι αιτούντες ζητούν να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία της συννομής τους στο επίδικο ακίνητο το οποίο κατέχουν οι καθ'ων παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους και να καταδικαστεί ο καθ'ων στην δικαστική τους δαπάνη και στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, δοθέντος ότι το ακίνητο βρίσκεται στην περιφέρεια αυτού (733 και 29 ΚΠολΔ) προκειμένου να συζητηθεί κατά την προσήκουσα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (682 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση και δη περί αοριστίας της αίτησης λόγω ελλιπούς αναφοράς του κατεπείγοντος, διότι αναφέρονται σ' αυτή συνοπτικά και αρκούντως τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν την ύπαρξη του δικαιώματος, για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς και ο επικείμενος κίνδυνος για καταστροφή του ακινήτου και η επείγουσα περίπτωση για την προστασία της νομής του (118 παρ. 1, 686, 688 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1676, 1678, 1603, 1621, 974, 984 και 987 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων περί παύσης κάθε ενέργειας που θα συνιστά διατάραξη της νομής του αιτούντος και απειλής χρηματικής ποινής, διότι από τα εκτεθέντα στο δικόγραφο προκύπτει ότι οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση δεν συνιστούν διατάραξη της νομής, ώστε να μπορούν να ληφθούν τα αντίστοιχα ασφαλιστικά μέτρα, που θα εκτελεσθούν κατά το άρθρο 947 ΚΠολΔ, αλλά αποβολή από τη νομή, διότι οι αιτούντες, κατά τους ισχυρισμούς τους, στερήθηκαν πλήρως τη φυσική εξουσία τους στο πράγμα από παράνομες ενέργειες των καθ' ων η αίτηση, χωρίς τη θέλησή τους, καθόσον δεν έχουν πρόσβαση σ' αυτό και δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν ή να το εκμεταλλευτούν. Επομένως, η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξετασθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη της συζήτησης.
Οι καθ' ων η αίτηση με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης στο ακροατήριο, η οποία καταχωρήθηκε στο ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και περιλαμβάνεται στο κατατεθέν έγγραφο σημείωμά τους, πέραν του ισχυρισμού περί της αοριστίας του δικογράφου της αίτησης, ο οποίος κρίθηκε ως ανωτέρω, αρνήθηκαν αιτιολογημένα την υπό κρίση αίτηση και προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αιτούντων, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι οι αιτούντες με την άσκηση της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν συνειδητά σε συνέχεια του αναγκαστικού πλειστηριασμού την κλιμάκωση των δικαστικών τους ενεργειών και την αποβολή τους από το ακίνητο χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις και δη η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των καθών περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αίτησης, ο οποίος αποτελεί την κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αν και προβάλλεται παραδεκτώς, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι ανεφάρμοστη στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, διότι δεν αναφέρεται σε δικονομικά δικαιώματα (Ράμμος, Εγχειρ. 1, (1980), παρ. 228, σελ. 624 επ. Μπέης, ό.π., άρθρο 116 ΙΙΙ, σελ. 595, ΑΠ 224/1986, Ελλάδη 27.1109, ΑΠ 13/1981, Δ 12.289, ΑΠ 892/1980, ΝοΒ 29.284), στη δε δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, επίδικο δεν είναι το ουσιαστικό δικαίωμα, δηλαδή η ασφαλιστέα αξίωση, αλλά το διατπλαστικό δικονομικό δικαίωμα του δικαιούχου για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, το οποίο είναι δημοσίου και όχι ιδιωτικού χαρακτήρα (Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 686 παρ. 1.1, σελ. 83 επ.), επομένως ισχυρισμοί που επιδρούν καταλυτικά στο ασφαλιστέο δικαίωμα, όπως η εν λόγω ένσταση, δεν έχουν έννομη επιρροή (Παμπούκης - Κεραμέας, Γνμδ, Δ 4.574, 576, παρ. 1113, ΜΠρΧαλκ 139/1992, Ελλάδη 34.1397 επ.).
Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς η ειδικότερη αυτή αναφορά να τους προσδίδει μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, καθόσον είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, από τις φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου, που προσκομίζουν οι καθών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρ. 336 παρ. 4, 339, 347, 690 ΚΠολΔ), πιθανολογήθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει των υπ'αριθμ. ………. και ………. περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων ακινήτου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………., νομίμως μεταγεγραμμένων στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης (με αριθμό και ημερομηνία καταχώρησης ………. και ………. αντίστοιχα), απέκτησαν ο πρώτος και η δεύτερη των αιτούντων αντίστοιχα, κατόπιν νομίμως διενεργηθέντος στις 05.02.2025 αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος των οφειλετών - καθών η αίτηση, κατά το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας, έκαστος εκ των πρώτου και δεύτερης αιτούντων, επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος με αριθμό ΚΑΕΚ ………. του τέταρτου (4ου) άνωθεν του ισογείου ορόφου που καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο αυτόν, με πρόσοψη στις οδούς ………. και ………., πρώην οδό ………. και σήμερα ………., εμβαδού μέτρων τετραγωνικών μικτών ενενήντα τριών και ογδόντα τεσσάρων εκατοστών (93,84) και καθαρών εξήντα εννέα και εξήντα επτά εκατοστών (69,67), αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και λουτροτραπεζαρήσιο, με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής δεκαπέντε εκατοστών (15%) εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα από μία οικοδομή, που έχει ανεγερθεί, επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου οικοπέδου με αριθμό ………. κείμενου στη Θεσσαλονίκη, στο με αριθμό ………. οικοδομικό τετράγωνο του συνοικισμού ………. του Δήμου Θεσσαλονίκης, της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας και στις οδούς ………. και ………. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε αρχικά στην πλήρη κυριότητα του ………., πατέρα της δεύτερης και τρίτης των αιτούντων και του δεύτερου των καθών και συζύγου της πρώτης των καθών η αίτηση, δυνάμει της υπ'αριθμ. ………. πράξης αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου και ακολούθως μετά το θάνατο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου το ανωτέρω ακίνητο, περιήλθε στους πληρεξουσίους κατά τον χρόνο του θανάτου του συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι στα τέκνα του, δεύτερη και τρίτη των αιτούντων και του δεύτερου των καθών και στη σύζυγό του, πρώτη των καθών η αίτηση, κατά το αναλογούν σε έκαστο εξ αυτών κληρονομικό μερίδιο, εκ ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου.
Το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί την οικογενειακή οικία του αρχικού κυρίου αλλά και των κληρονόμων του από την αγορά του και για 25 συναπτά έτη. Στη συνέχεια με επίσπευση της δεύτερης και τρίτης των αιτούντων δυνάμει της με αριθμό ………. απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και σε εκτέλεση του πρώτου με αριθμό ………. εκτελεστού απογράφου εξέθεσαν στις 05.02.2025 σε πλειστηριασμό τα ποσοστά 25% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου των καθών η αίτηση αντίστοιχα, τα οποία κατακυρώθηκαν, το μεν ποσοστό της πρώτης των καθ'ων στον πρώτο των αιτούντων, ………. και το ποσοστό του δεύτερου των καθ'ων στη δεύτερη των αιτούντων ………. συνταχθέντων και μεταγραφέντων προς τούτο των αντίστοιχων περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων, όπως προαναφέρθηκε. Οι υπερθεματιστές νομίμως προέβησαν σε εκτέλεση των ανωτέρω περιλήψεων των κατακυρωτικών εκθέσεων με την αποβολή των καθών και την εγκατάστασή τους στα αντίστοιχα ποσοστά της συγκυριότητάς τους, συνταχθέντων προς τούτο των υπ'αριθμ. ………. και ………. εκθέσεων βίαιης αποβολής από ποσοστό εξ αδιαιρέτου και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ………., πλην όμως οι καθών εξακολουθούν να διαμένουν στο ακίνητο, αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό από την νομή του ακινήτου τους συγκύριους αιτούντες.
Τέλος, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη της παρούσας, για να διαταχθεί οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο προστασίας της νομής πρέπει να συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος επέλευσης βλάβης στον αιτούντα. Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο, δεν πιθανολογείται ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση λήψης ασφαλιστικού μέτρου για την προστασία της νομής του ακινήτου, και ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό μέσο ή μαρτυρία δεν πιθανολογήθηκε ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι η παραμονή των καθών στο επίδικο ακίνητο ελλοχεύει κινδύνους να προβούν οι τελευταίοι σε εκτεταμένες ζημιές για λόγους αντεκδίκησης. Στην κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο άγεται στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί την οικογενειακή οικία του αρχικού κυρίου αλλά και των κληρονόμων του από την αγορά του και για 25 συναπτά έτη, σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες που προσκομίζουν οι καθών, από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Κατά ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν πιθανολογήθηκε επικείμενος κίνδυνος ούτε επείγουσα περίπτωση λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των καθών η αίτηση πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αιτούντων, λόγω της ήττας τους, γενομένου δεκτού σχετικού αιτήματός τους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους αιτούντες την καταβολή της δικαστικής δαπάνης των καθ' ων η αίτηση, την οποία ορίζει ενιαίως στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 01.08.2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.