Απόφαση 4323/2020 Ειρ Θεσ (Νόμος Κατσέλη)

Divider

Ζευγάρι υποαπασχολούμενων ανέργων. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Εξαιρεί από την εκποίηση το διαμέρισμα κυριότητας της αιτούσας που χρησιμεύει ως οικογενειακή οικία. Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος (εγγυητή) με καταβολές συνολικού ποσού 3.600,00€ και της αιτούσας (οφειλέτιδας) με καταβολές συνολικού ποσού 30.000,00€ έναντι συνολικής οφειλής 66.347,97€ (κούρεμα 95% περίπου και 55% περίπου αντίστοιχα).

Το ζευγάρι – πελάτες μας του οποίου τα χρέη ρυθμίστηκαν με την παρακάτω απόφαση Νόμου Κατσέλη ήταν άνεργοι υποαπασχολούμενοι, η σύζυγος ως καθαρίστρια σε οικίες και ο σύζυγος ως εργάτης σε φορτοεκφορτώσεις. Το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά τους από τις προαναφερθείσες πηγές ανερχόταν σε 820,00€. Η οικογένεια διάθετε δύο ανήλικα τέκνα. Η μοναδική οφειλή τους, ύψους 66.347,97€, προέρχονταν από τη σύμβαση του στεγαστικού τους δανείου, στην οποία δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν από το έτος 2013, λόγω της απώλειας της εργασίας τους.

Η μοναδική τους πιστώτρια πρότεινε τις ενστάσεις α) της παράβασης από τους αιτούντες του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως, λόγω απόκρυψης εισοδημάτων, β) της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, λόγω της ανάληψης των επίδικων δανειακών υποχρεώσεων χωρίς την ανάλογη οικονομική δυνατότητα και της γνώσης και αποδοχής από αυτούς του ενδεχόμενου μη αποπληρωμής των δανείων και γ) της πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντος, λόγω διατήρησης από αυτόν ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο τις κατασκευαστικές εργασίες (ανακαινίσεις, μετατροπές) από το έτος 2012 έως και το 2014. Οι ενστάσεις απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο, το οποίο, ειδικά για την πτωχευτική ικανότητα του αιτούντος, έκρινε ότι μπορούσε ως μικροέμπορος να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εφόσον, αφενός, το εισόδημα από την ατομική του επιχείρηση αποτελούσε προϊόν του μόχθου του και της σωματικής του καταπόνησης και, αφετέρου, ο κύκλος των εργασιών της επιχείρησης ήταν μικρής έκτασης και δεν υποδήλωνε σημαντική εμπορική δραστηριότητα.

Το Δικαστήριο ρύθμισε τις οφειλές των αιτούντων ως εξής: Ο σύζυγος πρέπει να καταβάλλει στη δανείστριά του το συνολικό ποσό των 3.600,00€ σε 36 δόσεις (3 έτη) των 100,00€ έναντι της αρχικής οφειλής ύψους 66.347,97€ (κούρεμα 95% περίπου). Η δε σύζυγος, ορίστηκε να καταβάλλει για την εξόφληση της αρχικής οφειλής ύψους 66.347,97€ μηδενικό ποσό για τρία έτη (κούρεμα 100%). Επειδή όμως το ζευγάρι ζήτησε τη διάσωση της κύριας κατοικίας της οικογένειας (δηλαδή να μην εκποιηθεί και να τη διατηρήσει η αιτούσα στην κυριότητά της), ορίστηκε η σύζυγος να καταβάλλει στην πιστώτριά της το συνολικό ποσό των 30.000€ σε 240 δόσεις (20 έτη) των 125,00€ μηνιαίως (κούρεμα 55% περίπου από την αρχική οφειλή των 66.347,97€).

Με την ως άνω δικαστική απόφαση η οικογένεια θα μπορέσει να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική ζωή και να κάνει σχέδια για το μέλλον με αισιοδοξία.

Παρά το γεγονός ότι δεν κατατίθενται νέες αιτήσεις Νόμου Κατσέλη για τη διάσωση της οικογενειακής κατοικίας από την εκποίηση, το δικηγορικό μας γραφείο συνδράμει τους δανειολήπτες για τη ρύθμιση των οφειλών τους με οποιαδήποτε μέσα είναι διαθέσιμα κάθε χρονική περίοδο. Περαιτέρω, δεδομένου ότι εκδίδονται (και θα εκδίδονται και στο μέλλον) δικαστικές αποφάσεις που απορρίπτουν αιτήσεις υπαγωγής στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, το γραφείο μας ασκεί εφέσεις για την επανεξέταση των αιτήσεων αυτών από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εάν έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση σε αίτηση για ρύθμιση των χρεών σας, μπορείτε να συμπληρώσετε την ειδική φόρμα στην ιστοσελίδα μας για τις εφέσεις του Νόμου Κατσέλη πατώντας εδώ. Ασχολούμαστε με τον νόμο από τότε που ψηφίστηκε, το 2010, και έχουμε βοηθήσει δεκάδες δανειολήπτες να εξέλθουν από το σκοτεινό τούνελ της οικονομικής δυσπραγίας. Μπορείτε να διαβάσετε αποφάσεις που εκδόθηκαν σε υποθέσεις που χειριστήκαμε πατώντας εδώ.

[Ακολουθεί το κείμενο της δικαστικής απόφασης.]

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Ν.3869/2010

Αριθμός 4323/2020

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη ………., που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και τη Γραμματέα ……….

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 5η Μαρτίου 2020, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) της ………., 2) του ………., κατοίκων αμφοτέρων ………. Θεσσαλονίκης, οδός ………., εκ των οποίων η πρώτη παραστάθηκε μετά και ο δεύτερος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αθανασίου Ρόζου (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 8229), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ………., ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, 2) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)» που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής, Εθνικής Αντίστασης αρ. 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ - ΟΕΚ», το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ………., ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 28-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 371/2358/21-01-2019 αίτησή τους που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό, για όσους λόγους επικαλούνται σ’ αυτή. Δικάσιμος για τη συζήτηση της αιτήσεως ορίστηκε η σημερινή.

Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από το σχετικό πινάκιο στη σειρά τους οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρεται και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί επέκταση του κράτους δικαίου σε υπερεθνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, η δημοκρατική και η δικαιοκρατική αρχή, κοινές στα κράτη-μέλη που ίδρυσαν την Ένωση, διαμορφώνουν τον κοινό ευρωπαϊκό συνταγματισμό. Πρόκειται για έναν συνταγματικό πλουραρισμό, δομείται, δηλαδή, ένας πολύ επίπεδος συνταγματισμός, ο οποίος οργανωτικά συνεπάγεται μία αντίστοιχος πολυεπίπεδη διακυβέρνηση μίας Ευρώπης με πολλαπλές ταυτότητες και πολλαπλά κέντρα εξουσίας. Τα κράτη-μέλη αποδέχονται την ιδιαίτερη φύση του κοινοτικού δικαίου και αναγνωρίζουν τις συνταγματικής υφής κανονιστικές του συνέπειες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν καταλήγει στην παραβίαση ορισμένων θεμελιωδών συνταγματικών αρχών. Η διαλλακτική στάση της «συνταγματικής ανοχής» χαρακτηρίζεται από τη θέση κάποιων ορίων τα οποία προβάλλουν τα εθνικά δίκαια έναντι της αξίωσης απόλυτης υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτή διατυπώνεται στη νομολογία του Δ.Ε.Κ., έχουν δε ως θεμέλιο τα εθνικά Συντάγματα. Πράγματι, τα εθνικά δικαστήρια προέβαλαν ως αδιαπραγμάτευτα τα ζητήματα που αφορούν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη δημοκρατική αρχή, τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας και την παραχώρηση της εξουσίας καθορισμού των ορίων των εκχωρημένων στην Ένωση αρμοδιοτήτων. Υπό το πρίσμα αυτό, το κοινοτικό δίκαιο διαμορφώνεται βάσει των κοινών συνταγματικών παραδόσεων όλων των κρατών - μελών, επομένως, κανένα κράτος δεν μπορεί να επιβάλει τις αποκλειστικά δικές του επιταγές. Κατ’ αποτέλεσμα, οι εθνικές συνταγματικές τάξεις και η κοινοτική συνταγματική τάξη χαρακτηρίζονται από την ομοιογένεια των θεμελιωδών αρχών και αξιών τους, δεδομένης μάλιστα της ρητής κατοχύρωσης στο άρθρο 6 παρ. 1 Σ.Ε.Ε., των αρχών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου, των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, ως αρχών κοινών που διέπουν τόσο τα κράτη - μέλη όσο και την Ένωση. Η αξιακή αυτή ομοιογένεια εθνικών Συνταγμάτων και ευρωπαϊκού Συντάγματος διευκολύνει «τη μέθοδο του αμοιβαίου σεβασμού και της εναρμόνισης», η οποία είναι η αποτελεσματικότερη για τη συνύπαρξη εθνικού Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου. Η σύγκρουση ανάμεσα στα δύο επίπεδα άσκησης εξουσίας είναι σπάνια, στο μέτρο που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η παραβίαση των συνταγματικών ορίων σε εθνικό επίπεδο θα συνιστούσε ταυτόχρονα και παραβίαση των συνταγματικών αρχών της ίδιας της ενωσιακής έννομης τάξης. Η διαδικασία αυτή οδηγεί στη διαμόρφωση ενός «ευρωπαϊκού συνταγματικού πλέγματος», το οποίο αποτελείται από κοινές συνταγματικές αρχές που «διυλίζονται» εντός του κοινοτικού δικαίου, από τις συνταγματικής υφής αρχές του τελευταίου, καθώς και από τις εθνικές ιδιαιτερότητες των κρατικών συνταγματικών τάξεων. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι η υπεροχή του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου επιβάλλει την κατίσχυσή του και έναντι ειδικών διατάξεων του εθνικού Συντάγματος, κάμπτεται όμως εάν συγκρουστεί με μια από τις βασικές εθνικές συνταγματικές αξίες που συγκαθορίζουν την όλη ευρωπαϊκή ενωσιακή τάξη. Συνεπώς, η τελική υπεροχή εξαρτάται όχι από την ιεραρχική τυπική ισχύ αλλά από την πληρέστερη ικανοποίηση των κοινών αξιών. Τα ίδια ιδρυτικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της επιβάλλουν την υποχρέωση να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένης και της συνταγματικής τους διάστασης. Ένα κράτος - μέλος μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις και, βεβαίως, υπό τον έλεγχο του Δ.Ε.Κ., να επικαλεστεί τη διαφύλαξη της εθνικής του ταυτότητας και της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας, για να δικαιολογήσει μια παρέκκλιση από εφαρμογή ή να αναπτύξει, εντός ορισμένων ορίων, δική του αντίληψη σχετικά με ένα θεμιτό συμφέρον για παράδειγμα επί των περί κυκλοφορίας θεμελιωδών ελευθεριών (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στις υποθέσεις Arcelor και του «βασικού μετόχου», α) Δ.Ε.Κ. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Societe Arcelor Atlantique et Lorraine (Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Conseil d’ Etat -Γαλλία), Συλλογή 2008, σ. 1-9895 και β) Δ.Ε.Κ. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-213/07, ………. Α.Ε. (Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Συμβούλιο της Επικρατείας-Ελλάς), Συλλογή 2008, σ 1-9999). Χαρακτηριστική περίπτωση συναφώς αποτελεί η γερμανική προσέγγιση της αρχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την οποία εγγυάται το Εθνικό Σύνταγμα και προς την οποία το Δ.Ε.Κ. δέχθηκε ότι δικαιολογεί έναν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προστατεύεται στην κοινοτική έννομη τάξη ως γενική αρχή του δικαίου. Έκρινε, ειδικότερα, ότι ο σκοπός της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς να έχει σχετικώς σημασία το ότι στη Γερμανία η αρχή προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απολαύει ειδικού καθεστώτος, ως αυτοτελές θεμελιώδες δικαίωμα. Δεδομένου ότι ο σεβασμός θεμελιωδών δικαιωμάτων δεσμεύει τόσο την Κοινότητα όσο και τα κράτη - μέλη της, η προστασία εν λόγω δικαιωμάτων αποτελεί θεμιτό συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει περιορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, ακόμη και δυνάμει μιας θεμελιώδους ελευθερίας την οποία εγγυάται η Συνθήκη, όπως ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (Δ.Ε.Κ. της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-36/, Omega Συλλογή 2004, σ 1-9609). Αναγνώρισε, δηλαδή, στο κράτος μέλος ευρεία ελευθερία προς καθορισμό του περιεχομένου και της Έκτασης εφαρμογής της αναλόγως της δικής του αντίληψης όσον αφορά την προάσπιση αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος στην επικράτειά του, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Όπως το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη του τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών - μελών, έτσι και το εθνικό συνταγματικό δίκαιο οφείλει να προσαρμόζεται στις επιταγές της κοινοτικής έννομης τάξης». Εφόσον ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών - μελών συνιστά θεμιτό συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, έναν περιορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, κατά μείζονα λόγο μπορεί να τον επικαλεστεί ένα κράτος - μέλος για να δικαιολογήσει τη δική του εκτίμηση των συνταγματικών μέτρων που πρέπει να συμπληρώσουν την κοινοτική νομοθεσία προς εξασφάλιση, εντός της επικράτειάς του, των αρχών και κανόνων που θεσπίζει ή επί των οποίων βασίζεται η εν λόγω νομοθεσία. Η άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας του κράτους - μέλους πρέπει, ωστόσο, να παραμένει εντός των ορίων που καθορίζει η εκάστοτε γενική αρχή και η σχετική κοινοτική νομοθεσία (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 20ης Σεπτεμβρίου 2005, στις υποθέσεις C-53/04 και C-180/04 Manrosu και Sardino (Συλλογή 2006, σ 1-7213) (βλ. Λίνα Παπαδοποϋλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο, Το ζήτημα της υπεροχής, 2009, Ευγ. Πρεβεδούρου, Η σχέση εθνικού συντάγματος και κοινοτικού δικαίου υπό το πρίσμα του διαλόγου των δικαστών, ΕΔικΚοινΑσφ, 2010, 257). Εξάλλου, ο Ο.Α.Ε.Δ., ως καθολικός διάδοχος του Ο.Ε.Κ. υπό το καθεστώς της με αριθμό 2012/21/ΕΕ απόφασης της Επιτροπής και των καταστατικών αυτού διατάξεων, αποτελεί Υπηρεσία Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος (Υ.Γ.Ο.Σ.) στον τομέα της κοινωνικής κατοικίας υπό την έννοια των άρθρων 14 και 106 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά συνέπεια τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που του έχει ανατεθεί. Σύμφωνα δε, με το Πρωτόκολλο 26 το οποίο προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας, η κύρια αρμοδιότητα στον τομέα της ανάθεσης, παροχής, χρηματοδότησης και οργάνωσης των υπηρεσιών ΓΟΣ, εναπόκειται στα κράτη μέλη, τα οποία έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια επί του θέματος και ελευθερία δημοκρατικών επιλογών, ανάλογα με τις ανάγκες των χρηστών που μπορούν να προκόψουν από τις εκάστοτε γεωγραφικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές συνθήκες. Το ως άνω Πρωτόκολλο επιβάλλει, μεταξύ άλλον, στα κράτη μέλη να μεριμνούν για την εξασφάλιση «υψηλού επιπέδου οικονομικής προσιτότητας», και για την προώθηση της καθολικής πρόσβασης των ΥΓΟΣ τους. Ενδεχόμενη παράλειψη κράτους μέλους να διασφαλίσει «υψηλό επίπεδο οικονομικής προσιτότητας» στην κοινωνική στέγαση θα συνεπαγόταν ματαίωση της εφαρμογής του πρωτοκόλλου αριθ. 26 για τις ΥΓΟΣ, πλήττοντας με τον τρόπο αυτό την «αρχή της πλήρους αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου», αρχή, η οποία αποτυπώνεται ρητά με το άρθρο 4 παρ. 3 εδάφια β' και γ' της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα με την οποία: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα κράτη - μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιοσδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης» (βλ. και Αποφ. Υπουργ. Εργ. αριθμ. 13097/661/2017, Φ.Ε.Κ. 403/25-04-2017). Σύμφωνα συνεπώς με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, εν προκειμένω, η εθνική έννομη τάξη, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποτελεί κομμάτι του πολυεπίπεδου ευρωπαϊκού συνταγματισμού, διατηρώντας τόσο την εθνική όσο και τη συνταγματική της ταυτότητα, αλλά και ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια που το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο της παρέχει και τέλος αναλαμβανόμενη τις ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, μεριμνά για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρέωσης, είτε αυτή αφορά σε οφειλές προς ιδιώτες, είτε αφορά σε οφειλές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς ή άλλα νομικά πρόσωπα. Εκκινώντας από την αφετηριακή βάση της προστασίας του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποίησης, δίνει τη δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά και έχει ως βάση ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου. Η μέριμνα αυτή, επιτάσσεται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, όσο και από την υποχρέωση σεβασμού της αξίας του οφειλέτη ως ανθρώπου. Ειδικότερα, πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου. Η ανθρώπινη αξία αποτελεί το θεμελιώδες δικαίωμα πάνω στο οποίο εδράζονται και αναπτύσσονται όλα τα άλλα επιμέρους δικαιώματα. Πρόκειται για έναν ανώτατο ερμηνευτικό νομικό κανόνα τόσο άλλων διατάξεων του Συντάγματος, όσο και της κοινής νομοθεσίας και που επηρεάζει επίσης καταλυτικά την οργάνωση και λειτουργία του κράτους. Το Σύνταγμα διαμορφώνει ένα πολίτευμα στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ο άνθρωπος όχι ως αποκομμένη ατομική μονάδα, αλλά ως τμήμα του κοινωνικού συνόλου. Η πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα, οφείλουν όχι μόνο να σέβονται αλλά και να προστατεύουν την αξία αυτή από προσβολές. Από το ανωτέρω δικαίωμα, απορρέει και το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον «καθένα», ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Άλλωστε, η υποχρέωση για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι πρωταρχικής σημασίας και σύμφωνα με το άρθρο 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, το κοινοτικό δίκαιο διαμορφώνεται βάσει των κοινών συνταγματικών παραδόσεων όλων των κρατών - μελών. Η δε παραβίαση των συνταγματικών ορίων σε εθνικό επίπεδο θα συνιστούσε συνεπώς ταυτόχρονα και παραβίαση των συνταγματικών αρχών της ίδιας της ενωσιακής έννομης τάξης. Η υπό όρους απαλλαγή (μερική η ολική) από το σύνολο των χρεών του οφειλέτη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης των πολιτών αλλά ως υποχρέωση σεβασμού της αξίας του «αδυνάτου» οφειλέτη ως ατόμου, η κοινωνική και οικονομική εξόντωση του οποίου δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον, καθώς τον εμποδίζει να επανενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλλει στην οικονομική ανόρθωση της χώρας, σύμφωνα με την επιταγή της διάταξης του άρθρου 106 παρ.1 και 2 του Συντάγματος (βλ. ΑΠ 288/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσσ 90/2017, αδημ., ΕιρΘεσσ 394/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και I. Βενιέρη, παρατηρήσεις στην ΕιρΙλ 398/2016 , ΕΕμπΔ 2016, σελ. 941). Αλλά ούτε θα πρέπει να λογιστεί και ως παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, καθώς, η προστασία της από το κράτος δεν είναι απόλυτη και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος που εν προκειμένω υφίσταται ως αναλύεται ανωτέρω (Ειρ. Θεσ.6874/2017 αδημ.).

Με την από 28-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 371/2358/21-01-2019 κρινόμενη αίτησή τους, οι αιτούντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές τους, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητούν, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, τη ρύθμιση των χρεών τους, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλουν, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση που εκθέτουν αναλυτικά και με σκοπό αυτά να ρυθμιστούν.

Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 3 ν. 3869/2010), και είναι παραδεκτή αφού έχει προσκομισθεί νομίμως και εμπροθέσμως η υπεύθυνη δήλωση των αιτούντων για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων α) της περιουσίας και των εισοδημάτων τους β) των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και της μη υπάρξεως μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων τους κατά την τελευταία τριετία (βλ. προσκομισθείσα υπεύθυνη δήλωση). Μετά δε την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν τυπικές ελλείψεις, ανοίχτηκε φάκελος για την τήρηση των εγγράφων και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας καθώς και δικάσιμος για τη συζήτηση της επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε καθώς χορηγήθηκε η από 25- 06-2019 προσωρινή διαταγή (βλ. σχετ. έγγραφα). Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση των αιτούντων, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών τους με απαλλαγή τους από υπόλοιπα χρεών στο παρόν Δικαστήριο ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας πλην της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3189/2014 αίτησης της απούσας και της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3190/2014 αίτησης του αιτούντος, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη δικάσιμο της 10-10-2018 και εκδόθηκε η με αριθμό 4059/2018 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που απέρριψε αμφότερες τις αιτήσεις των αιτούντων ως αόριστες, η οποία κατέστη τελεσίδικη (βλ. τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 1225/10-03-2020 και 1228/10-03-2020 βεβαιώσεις της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης). Η αίτηση είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015) τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του) και με το αρθρ. 14 του Ν. 4346/2015, που τροποποίησε τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας των οφειλετών, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 μέχρι και 31.12.2018, απορριπτομένου ως νόμω αβασίμου του ισχυρισμού που πρόβαλε το καθ’ ου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Δ. περί του ότι οι απαιτήσεις του από τα δάνεια δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, καθώς η ένταξή του στη ρύθμιση συνιστά παράβαση του ενωσιακού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 14 και 106 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και της απόφασης με αριθμό 2012/21/ΕΕ της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει δε, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα καθώς καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη της συζήτησής της.

Οι καθ’ ων πιστώτριες με δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού και τις έγγραφες προτάσεις τους αρνούνται την αίτηση και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι αιτούντες παρέβησαν το καθήκον ειλικρινούς δηλώσεως και απέκρυψαν τα εισοδήματά τους με τα οποία καλύπτουν τις βιοτικές δαπάνες των ιδίων και των ανηλίκων τέκνων τους, οι οποίες ξεπερνούν τα εισοδήματα που επικαλούνται, καθώς αμφότεροι δηλώνουν ότι είναι άνεργοι και εργάζονται περιστασιακά. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη ερειδόμενη στα προαναφερόμενα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Ακολούθως προβάλουν την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, διότι ανέλαβαν τις επίδικες δανειακές υποχρεώσεις χωρίς να έχουν την ανάλογη οικονομική δυνατότητα γνωρίζοντας ότι δεν επρόκειτο να αποπληρώσουν αυτές ή αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο αυτό. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης της απούσας στο ακροατήριο, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, τα έγγραφα, που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ο αϊτών ………., γεννηθείς το έτος 1973, είναι παντρεμένος με την αιτούσα ………., γεννηθείσα το έτος 1978, και από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, ηλικίας σήμερα 18 και 12 ετών. Αμφότεροι οι αιτούντες είναι άνεργοι, εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ. και δεν επιδοτούνται από τον ανωτέρω οργανισμό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα εργάζεται ως καθαρίστρια σε οικίες και αποκομίζει το ποσό των 160 ευρώ μηνιαίως, ο δε αιτών εργάζεται ως εργάτης σε φορτοεκφορτώσεις και αποκομίζει το ποσό των 160 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο. Επιπρόσθετα οι αιτούντες λαμβάνουν το ποσό των 140 ευρώ μηνιαίως ως επίδομα τέκνων και το ποσό των 360 ευρώ μηνιαίως ως επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης. Συνολικά οι μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονται στο ποσό των 820 ευρώ και δεν αποδείχθηκε ότι υφίστανται εισοδήματα από έτερη πηγή, απορριπτομένης ως ουσία αβασίμου της σχετικής ενστάσεως περί ανειλικρινούς δηλώσεως των εισοδημάτων τους που πρόβαλαν οι καθ’ ων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες διαμένουν μαζί με τα τέκνα τους σε κατοικία ιδιοκτησίας της απούσας στο ………. Θεσσαλονίκης. Ακολούθως το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό που προκύπτει ως απολύτως απαραίτητο για τους αιτούντες προς κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών τους, ήτοι για διατροφή, πληρωμή λογαριασμών (ύδρευσης, ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας, κοινοχρήστων), για έξοδα θέρμανσης και μετακίνησης, ένδυση - υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και για άλλα τυχόν έκτακτα έξοδα, ανέρχεται συνολικά σε 695 ευρώ μηνιαίως, με βάση τις συνθήκες διαβίωσης των συγκεκριμένων οφειλετών και του γεγονότος ότι διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο οφειλέτης ο οποίος ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Το διαθέσιμο εισόδημά τους λοιπόν ανέρχεται στο ποσό των 125 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 100 ευρώ για τον αιτούντα και στο ποσό των 25 ευρώ για την αιτούσα. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει το παρακάτω χρέος, το οποίο είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο δάνειο και ο εκτοκισμός του συνεχίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης: οι αιτούντες οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καθ’ ης πιστώτρια ………. Α) δυνάμει της με αριθμό ………. σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία η αιτούσα συμβλήθηκε ως οφειλέτρια και ο αϊτών ως εγγυητής, το ποσό των 66.347,97 ευρώ συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων, όπως το ποσό αυτό προκύπτει από την προσκομισθείσα από την καθ’ ης από 28-02-2020 βεβαίωση οφειλών, η δε ως άνω απαίτηση είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της απούσας. Ακολούθως προέκυψε ότι οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις κατά το έτος 2013, όταν αμφότεροι απώλεσαν την εργασία τους. Ενδεικτικά τα εισοδήματα των αιτούντων κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων ανέρχονταν κατά το έτος 2007 στο ποσό των 13.536 ευρώ για τον αιτούντα και στο ποσό των 4.939 ευρώ για την αιτούσα, κατά το έτος 2008 στο ποσό των 9.862 ευρώ για τον αιτούντα και στο ποσό των 3.896 ευρώ για την αιτούσα, κατά το έτος 2009 στο ποσό των 7.136 ευρώ για τον αιτούντα από μισθωτές υπηρεσίες και στο ποσό των 6.977 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό ενώ κατά το έτος 2013 τα εισοδήματά τους εκμηδενίστηκαν. Ως εκ τούτου οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να ανταποκριθούν στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, η δε αδυναμία τους αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, απορριπτομένης ως ουσία αβασίμου της σχετικής ενστάσεως περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών που πρόβαλαν οι καθ’ ων. Σημειωτέον ότι ο αϊτών, ο οποίος εργαζόταν ως οικοδόμος, διατηρούσε από την 15-02-2012 ως την 17-02-2014 ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις κατασκευαστικές εργασίες (ανακαινίσεις, μετατροπές), από τα προσκομισθέντα δε αντίγραφα των Ε3 οικονομικών ετών 2013, 2014 και φορολογικού έτους 2014 προέκυψε ότι ασκούσε τη δραστηριότητα του αυτή με έδρα την κατοικία του, χωρίς να διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση και να απασχολεί προσωπικό, αναλαμβάνοντας ο ίδιος εργασίες ανακαίνισης κατοικιών, από τη δραστηριότητά του δε αυτή αποκόμιζε εισόδημα που αποτελούσε προϊόν του μόχθου του και της σωματικής του καταπόνησης καθώς ο κύκλος των εργασιών της επιχείρησης ήταν μικρής έκτασης, αφού τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά αποτυπώνονται στα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν υποδηλώνουν σημαντική εμπορική δραστηριότητα. Ειδικότερα κατά το οικονομικό έτος 2013 ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης ανήλθε στο ποσό των 7.370 ευρώ και τα υπόλοιπα έτη ήταν μηδενικός. Επομένως, παρά το γεγονός ότι διατηρούσε επιχείρηση, μπορεί κατ’ αρχήν να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 καθώς στη διαδικασία αυτή υπάγονται και οι μικρέμποροι, χωρίς να ασκεί επιρροή το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαψε τις πληρωμές του, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού που πρόβαλαν οι καθ’ ων περί πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντος. Η οικονομική κατάσταση των αιτούντων δε, ενόψει της ηλικίας τους και της υπάρχουσας οικονομικής κρίσης, δεν έχει προοπτική βελτίωσης, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο της απούσας αποτελεί η κυριότητα της επί ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου εμβαδού καθαρού 38,44 χ.μ. και μικτού 52,32 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ………. στο ………. Θεσσαλονίκης, με παρακολούθημα μια αποθήκη στο υπόγειο της οικοδομής εμβαδού 7,18 τ.μ.. Η αντικειμενική αξία του εμπραγμάτου δικαιώματος της απούσας επί του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 24.833 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω κατοικία αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων, και ως τέτοια θα διασωθεί από την εκποίηση καθώς βέβαια και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτούντες πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση της Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σ’ αυτές των άρθρ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως οι τελευταίες συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν. 4336/2015 (αρθρ. 338 ΚΠολΔ), αλλά και τις διατάξεις του Ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α' 105/14.6.2018), ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις {σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του), το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της. Έτσι η ρύθμιση των οφειλών αυτών θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις καθ’ ων από τα εισοδήματά τους επί τριετία (36 μήνες) που θα αρχίσουν το πρώτο πενθήμερο του Ιανουάριου του έτους 2021 (αρθρ. 8 παρ 3 Ν. 3869/2010). Όσον αφορά τον αιτούντα, ο οποίος δεν διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία, θα πρέπει να καταβάλλει στην καθ’ ης πιστώτρια ………. το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως για 36 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης το πρώτο πενθήμερο του Ιανουάριου του έτους 2021. Όσον αφορά την αιτούσα, θα πρέπει, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές επί τριετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, το ποσό, το οποίο θα κληθεί να καταβάλλει ως δόση της ρύθμισης του άρθρο 8 παρ. 2, θα οριστεί μετά την κατανομή με τη μηνιαία δόση της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της (άρθρο 9 παρ. 2β ν. 3869/2010, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 παρ. 3 του ν. 4549/2018).

Η ανωτέρω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/10, εφόσον με τις μηνιαίες καταβολές δεν επέρχεται εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της και προβάλλεται σχετικό αίτημα απ’ αυτήν, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση της κατοικίας της από την εκποίηση. Κατά το άρθρο 9 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον νόμο 4346/2015, το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης για την διάσωση της κύριας κατοικίας του προσδιορίζεται εκ του ποσού που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης και δημοσίου πλειοδοτικού πλειστηριασμού της κατοικίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε την υπ’αριθμ. 54/2015 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής, αλλά δεν έχει εισέτι δημιουργηθεί βάση δεδομένων που προβλέπεται στο κεφάλαιο Β άρθρο 6 της ανωτέρω Πράξης και το δικαστήριο με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την από 08-12-2018 έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του Υπουργείου Οικονομικών πολ. μηχανικού ………. και την επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα της πραγματικής εμπορικής αξίας ισαξίων ακινήτων στην ίδια περιοχή, λαμβάνοντας υπόψιν τη θέση και την παλαιότητα, προσδιορίζει την εμπορική αξία της ανωτέρω κύριας κατοικίας στο ποσό των 33.000 ευρώ λαμβανομένου υπόψιν ότι πρόκειται για διαμέρισμα τρίτου ορόφου, έτους κατασκευής 2007, στην περιοχή του ………. Θεσσαλονίκης και πλησίον του κέντρου της περιοχής, κοντά σε στάση λεωφορείων, σχολεία, καταστήματα.

Περαιτέρω κατ’ άρθρο 995 1 δ του Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού η τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται σε ποσό τουλάχιστον ίσο με την εμπορική αξία της κατοικίας, που εν προκειμένω ισούται με 33.000 ευρώ. Αφαιρώντας δε τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης (αμοιβές δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογράφου, κόστος δημοσίευσης, αποζημιώσεις Υποθηκοφυλακείου) που υπολογίζονται σε 3.000 ευρώ, το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας ανέρχεται σε 30.000 ευρώ. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος. Θα ξεκινήσει το πρώτο πενθήμερο του Ιανουάριου του 2021, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια (240 μηνιαίες δόσεις), λαμβανομένων υπόψη της συμβατικής διάρκειας αποπληρωμής του δανείου, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της απούσας. Στο πλαίσιο συνεπώς της ως άνω ρύθμισης, η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλει μηνιαίος το ποσό των 125 ευρώ και για 240 μήνες (30.000/240 =125) προς την καθ’ ης ………. σύμφωνα με την παράγραφο 2β άρθρου 9 ν. 3869/2010, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 62 παρ. 3 του ν. 4549/2018 και η οποία σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 68 των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου, εφαρμόζεται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, ήτοι κατά την 14η-06-2018, «Κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης». Εν προκειμένω, από τη μηνιαία δόση του ποσού των 25 ευρώ που αποτελεί το διαθέσιμο εισόδημα της αιτούσας, ποσό 125 ευρώ, θα έπρεπε να αποτελεί τη δόση της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2. με δεδομένο, ότι μετά την τροποποίηση του ν. 3869/2010 με το ν. 4549/2018, δεν προβλέπεται η χορήγηση περιόδου χάριτος ανάμεσα στις δύο ρυθμίσεις του άρθρου 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2, θα πρέπει κατά το χρονικό διάστημα της ρύθμισης του άρθρου 8 να κατανεμηθούν οι δόσεις της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 και του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010. Μοναδική περίπτωση να συντρέχουν οι δύο ρυθμίσεις, με την ταυτόχρονη τήρηση των δύο κριτηρίων, ήτοι της μέγιστης δυνατότητας πληρωμής και της μη χειροτέρευσης της θέσης της πιστώτριας από αυτή που θα βρισκόταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι ένα μόνο μέρος του ποσού που θα καταβάλλει κατά το χρονικό διάστημα της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2, να αφορά τη δόση του άρθρου 9 παρ. 2 και εν συνεχεία, για τα υπόλοιπα έτη της ρύθμισης για τη διάσωση της κατοικίας, να καταβάλλεται κανονικά η μηνιαία δόση ως αντάλλαγμα που ορίστηκε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, ποσό 125 ευρώ για την αιτούσα αποτελεί τη δόση για τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 για τη διάσωση της κατοικίας της και δεν απομένει ποσό για τη ρύθμιση του α. 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Επισημαίνεται, τέλος, ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τον πιστωτή (άρθρο 9 παρ. 2 εδ. ε και στ ν. 3869/2010).

Κατά συνέπεια των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη των αιτούντων με σκοπό την απαλλαγή τους με την τήρηση των όρων της ρύθμισης και την εξαίρεση της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές προς την καθ’ ης ………. ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ) επί τρία χρόνια (36 δόσεις), οι οποίες θα αρχίσουν το πρώτο πενθήμερο του Ιανουάριου του έτους 2021.
ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της απούσας με μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς την καθ’ ης επί τρία χρόνια (36 δόσεις), οι οποίες θα αρχίσουν το πρώτο πενθήμερο του Ιανουάριου του έτους 2021.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας της απούσας επί ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου εμβαδού καθαρού 38,44 τ.μ. και μικτού 52,32 χ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ………. στο ………. Θεσσαλονίκης, με παρακολούθημα μια αποθήκη στο υπόγειο της οικοδομής εμβαδού 7,18 τ.μ..

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει, για την διάσωση της κύριας κατοικίας της το ποσό εκατόν είκοσι πέντε ευρώ (125 ευρώ) μηνιαίως και για χρονικό διάστημα 240 μηνών, αρχής γενομένης το πρώτο πενθήμερο του Ιανουάριου του έτους 2021. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της ΤτΕ, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, την 10.12.2020 σε δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Ρόζου και Συνεργάτες | Δικηγορικό Γραφείο

Εδρεύουμε στη Θεσσαλονίκη και εξυπηρετούμε στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και στην Αθήνα. Η υπηρεσία Συναινετικού Διαζυγίου παρέχεται πανελλαδικά.