Αίτηση Έκπτωσης Νόμου Κατσέλη

Απόφαση 1851/2019 Ειρ Θεσ (Αίτηση Έκπτωσης)

Αίτηση Έκπτωσης από τον Νόμο Κατσέλη τράπεζας κατά δανειολήπτη, λόγω καθυστέρησης καταβολής των δόσεων της διαταχθείσας ρύθμισης για περισσότερο από τρεις μήνες. Η καθυστέρηση οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας (μείωση εισοδήματος), που δικαιολογεί τη μη τήρηση της ρύθμισης. Απορρίπτει την αίτηση έκπτωσης.

Η παρακάτω υπόθεση αφορά τον πρώτο πελάτη μας που υπήχθη στις ευεργετικές διατάξεις του Νόμου Κατσέλη το 2012 με αρχική συνολική οφειλή 185.000€ (προερχόμενη από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) και κούρεμα επί αυτής 60% περίπου. Ήταν η πρώτη αίτηση υπερχρεωμένων νοικοκυριών που είχε καταθέσει το γραφείο μας τον Ιούνιο του 2011.

Επειδή ο πελάτης μας δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί πλήρως στις καταβολές που ορίστηκαν με τη δικαστική απόφαση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, μία από τις πιστώτριες κατέθεσε εναντίον του Αίτηση Έκπτωσης τον Μάρτιο του 2018 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 3869/2010. Με την εν λόγω αίτηση ζήτησε να κηρυχθεί έκπτωτος ο πελάτης μας από τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του και να διαταχθεί η επαναφορά των απαιτήσεών της στο ύψος στο οποίο θα ανέρχονταν, αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση υπαγωγής στον Νόμο Κατσέλη.

Ο βασικός μας ισχυρισμός κατά τη συζήτηση της αίτησης έκπτωσης στο Δικαστήριο ήταν ότι η αδυναμία του πελάτη μας να προβεί σε καταβολές προς την πιστώτρια οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας και ειδικότερα στις περικοπές στο μισθό του και στην απώλεια της εργασίας της συζύγου του, ενώ λόγω της δυσχερούς οικονομικής του κατάστασης δεν κατέστη δυνατή ούτε η κατάθεση αίτησης μεταρρύθμισης.

Το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό μας και απέρριψε την Αίτηση Έκπτωσης της πιστώτριας κατά του πελάτη μας, καθώς έκρινε ότι η καθυστέρηση της πληρωμής από μέρους του οφειλόταν σε σοβαρούς λόγους που αφορούσαν το πρόσωπό του και της συζύγου του, που δεν του επέτρεψαν να ενεργήσει ταχέως ούτε να επιδιώξει τροποποίηση των μηνιαίων καταβολών κατά χρόνο και ποσό.

Με την απόρριψη της Αίτησης Έκπτωσης από το Δικαστήριο ο πελάτης μας παρέμεινε υπό την προστασία των ευεργετικών διατάξεων του Νόμου Κατσέλη.

Το δικηγορικό μας γραφείο ήταν από τα πρώτα που ασχολήθηκαν με το Νόμο Κατσέλη. Έχουν εκδοθεί δεκάδες θετικές αποφάσεις σε υποθέσεις που χειριστήκαμε με πολύ ευνοϊκές ρυθμίσεις και μεγάλο κούρεμα επί των οφειλών των δανειοληπτών. Πλέον ασχολούμαστε εντατικά και με ρυθμίσεις οφειλών σύμφωνα με το νέο Ν. 4605/2019, δυνάμει του οποίου μπορούν οι δανειολήπτες να προστατέψουν τις κύριες κατοικίες τους και συνιστά ουσιαστικά τον «νέο Νόμο Κατσέλη». Μάλιστα έχουμε δημοσιεύσει στην ιστοσελίδα μας τη Φόρμα Επιλεξιμότητας του Άρθρου 71 Ν.4605/2019, ώστε να μπορούν οι δανειολήπτες να ελέγξουν με πλήρη ανωνυμία, εάν κρίνονται επιλέξιμοι για να υπαχθούν στις προστατευτικές διατάξεις του. Επιπλέον, αρκετοί δανειολήπτες μας αναθέτουν την άσκηση έφεσης κατά απορριπτικών αποφάσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών που εκδόθηκαν σε βάρος τους. Μπορείτε να συμπληρώσετε την ειδική Φόρμα Δεύτερης Ευκαιρίας Νόμου Κατσέλη. Τέλος, το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει τη ρύθμιση των οφειλών των δανειοληπτών ακόμη και εξωδικαστικά σε απευθείας διαπραγμάτευση με τις Τράπεζες και τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Επικοινωνήστε μαζί μας σήμερα για να εξετάσουμε ποια είναι η πιο συμφέρουσα λύση για τη ρύθμιση των οφειλών σας σε μία κατ’ ιδίαν συνάντηση στο γραφείο μας ή και εξ αποστάσεως μέσω Skype.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Ν.3869/2010

Αριθμός 1851/2019

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη ….., που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και τη γραμματέα …...

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 7η Φεβρουάριου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…...», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της …...

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ : ….., κατοίκου Θεσσαλονίκης, επί της οδού ….., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του …...

ΠΡΟΣ ΟΝ Η ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ….., που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά αλλά και ως διαδόχου της ανώνυμης θυγατρικής εταιρίας με την επωνυμία ….., η οποία δεν παραστάθηκε, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ….., που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ….. με την επωνυμία ….., όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία ….. και ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ….., η οποία δεν παραστάθηκε, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ….., που εδρεύει στην Αθήνα, ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά αλλά και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…..» και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…..», η οποία δεν παραστάθηκε και 4) ανώνυμης εταιρίας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία ….., που εδρεύει στην Αθήνα, επί του ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η αιτούσα κατέθεσε την από 7-3-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ….. αίτηση της, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό και ζητάει να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλείται σ’ αυτή. Δικάσιμος ορίστηκε η ημερομηνία που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως ανωτέρω σημειώνεται.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ’ αριθ. ….. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ….., που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι προ δέκα πέντε (15) ημερών από την αρχική συζήτηση, στους προς τους η κοινοποίηση, αντίστοιχα, οι οποίοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους κατέστησαν διάδικοι (άρθρο 5 του Ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι παραπάνω διάδικοι, που, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν παραστάθηκαν στη δίκη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το δικαστήριο ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να είχαν εμφανιστεί (άρθρο 754 παρ.2 του ΚΠολΔ), χωρίς να προκύπτει ομολογία εκ της ερημοδικίας τους, καθώς το άρθρο 271 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση (βλ. και Αρβανιτάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 754 αρ.7 και άρθρο 744 αρ.5) και χωρίς ορισμό σχετικού παράβολου για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, η οποία δεν προβλέπεται εν προκειμένω (άρθρο 14 ν. 3869/2010).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 § 2 ν. 3869/2010, όπως ίσχυε στο χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωσή του από τη ρύθμιση μετά από αίτηση θιγόμενου πιστωτή που κατατίθεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης. Επομένως, για να κηρυχθεί ο οφειλέτης έκπτωτος πρέπει να καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από τη ρύθμιση των οφειλών του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, ήτοι απαιτούνται περισσότερες από τρεις μηνιαίες διαδοχικές καθυστερήσεις. Στο νόμο δεν αναφέρεται κάτι σχετικό με το αν η καθυστέρηση της εκπλήρωσης της υποχρέωσης πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητα ή όχι του οφειλέτη. Βέβαια, κατ' αρχήν, αδυναμία παροχής επί χρηματικής οφειλής δε νοείται. Όμως, εν προκειμένω, για την αποφυγή της δυσμενούς κυρώσεως της εκπτώσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τελευταία δεν πρέπει να επέρχεται, όταν η καθυστέρηση της πληρωμής οφείλεται σε σοβαρούς λόγους που αφορούν το πρόσωπο του οφειλέτη ή μέλους της οικογένειας του. Προς την κατεύθυνση αυτήν άλλωστε οδηγεί και η αρχή της καλής πίστης και των χρηστών ηθών κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, διαφορετική περίπτωση έκπτωσης που προβλέπεται από το άρθρο 11 παρ. 2 είναι αυτή, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν οφείλει συνεχείς δόσεις αλλά οφείλει διακεκομμένες δόσεις ή παραλείπει συχνά να εξοφλήσει τις δόσεις και το πράττει με καθυστέρηση ή μετά από οχλήσεις των πιστωτών. Αυτή η περίπτωση εμπίπτει στη δεύτερη έννοια του άρθρου περί δυστροπίας πληρωμών. Αρμόδιο Δικαστήριο για να κηρύξει τον οφειλέτη έκπτωτο είναι το Ειρηνοδικείο, ακόμη και στην περίπτωση που οι οφειλές του ρυθμίστηκαν με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, μετά από την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου που δίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Τούτο συνάγεται από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010, σύμφωνα με τις οποίες το Ειρηνοδικείο είναι αρμόδιο σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων, που αρχίζει με τη διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού (άρθρο 2), συνεχίζεται με την κατάθεση της αίτησης για την υπαγωγή σε ρύθμιση και το άνοιγμα φακέλου στο όνομα του οφειλέτη στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου (άρθρα 3 και 4), την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων (άρθρο 6), το δικαστικό συμβιβασμό (άρθρο 7), τη δικαστική ρύθμιση των χρεών (άρθρα 8 και 9), και καταλήγει είτε με τη δικαστική πιστοποίηση της απαλλαγής του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών (άρθρο 11 § 1), είτε με την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση (άρθρο 11 § 2). Στο άρθρο 14 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου, δηλαδή αυτές με τις οποίες γίνεται η ρύθμιση των χρεών, η πιστοποίηση της απαλλαγής του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών ή η έκπτωση του οφειλέτη, υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των εφέσεων κατά των παραπάνω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου, διότι δεν ήταν στη βούληση του νομοθέτη η διαφορετική δικονομική μεταχείριση των εν λόγω υποθέσεων κατά το τελικό στάδιο της πιστοποίησης της απαλλαγής του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών ή της έκπτωσης του από τη ρύθμιση και ή εισαγωγή αυτών σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου. Άλλωστε, όταν ζητείται από θιγόμενο πιστωτή να διαταχθεί η έκπτωση του οφειλέτη, τα χρέη του οποίου ρυθμίστηκαν με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου μετά από την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου που δίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, δεν πρόκειται για ανάκληση κατ' άρθρο 758 ΚΠολΔ της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά για μία δίκη με διαφορετικό αντικείμενο, ήτοι την αναγνώριση συνδρομής λόγου που επάγεται την έκπτωση από τη ρύθμιση και την απαγγελία της έκπτωσης. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 αναφέρεται σε κατάθεση της αίτησης εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης. Η προθεσμία κατάθεσης είναι αποκλειστική (αποσβεστική), και χαρακτηρίζεται ως δικονομική προθεσμία ενέργειας διαδικαστικής πράξης, καθώς υποδηλώνει την ανάγκη επιχείρησης μιας διαδικαστικής πράξης (υποβολή αίτησης) εντός προθεσμίας. Η παρέλευση αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), οδηγεί σε έκπτωση από το δικαίωμα του πιστωτή, να προκαλέσει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση και απαλλαγή. Εξάλλου, σύμφωνα με την άποψη που υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο, η ανωτέρω προθεσμία ισχύει μόνο για την κατάθεση της αίτησης. Άλλωστε, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 215 του ΚΠολΔ περί άσκησης της αγωγής με κατάθεση και επίδοση, καθώς στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η εκούσια δικαιοδοσία με κατάθεση μόνο της αίτησης ως μέσο άσκησης ενός δικαιώματος. Η αίτηση αυτή πρέπει να επιδοθεί με βάση το συμπληρωματικούς εφαρμοζόμενο άρθρο 758 ΚΠολΔ και κατά το πνεύμα του άρθρου 5 § 1 του ν. 3869/2010 σε όλους τους πιστωτές και φυσικά στον οφειλέτη. Με αυτήν την επίδοση καθίστανται διάδικοι τα μέρη και ο οφειλέτης θα κληθεί να αποδείξει, ότι δεν έλαβε χώρα η παράλειψη πληρωμών ή δεν έγινε με δική του υπαιτιότητα Περαιτέρω, η επέλευση της έκπτωσης σημαίνει ότι ο οφειλέτης τίθεται εκτός της διαδικασίας και της προστασίας του Ν. 3869/2010 ως προς όλους τους πιστωτές του και όχι μόνο έναντι αυτού που κατέθεσε την αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε περίπτωση μη ευόδωσης της απαλλαγής, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος, στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση. Μια τέτοια περίπτωση μη ευόδωσης, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι και η έκπτωση κατά τα άρθρα 11 παρ. 2. Ο οφειλέτης κατά το διάστημα εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του διατηρεί την προσδοκία ότι θα φανεί συνεπής ως προς αυτές και έτσι, θα φθάσει στο σημείο να υποβάλει στο αρμόδιο δικαστήριο την κατά την § 1 του άρθρου 11 του νόμου αίτηση για την πιστοποίηση της απαλλαγής του από τα υπόλοιπα των χρεών. Κήρυξη, επομένως, του οφειλέτη έκπτωτου στο πλαίσιο της § 2 του άρθρου 11 του νόμου σημαίνει αποστέρηση του οφειλέτη από την παραπάνω προσδοκία. Η απόφαση αναγνωρίζει την συνδρομή του λόγου, που επάγεται την έκπτωση, όμως, πρέπει να θεωρηθεί διαπλαστική με αναδρομική ενέργεια. Συνεπώς, η έκπτωση ανατρέπει τις ουσιαστικού δικαίου συνέπειες υπαγωγής στο ν. 3869/2010. Οι απαιτήσεις των πιστωτών αρχίζουν πάλι να παράγουν τη συμβατική ή την εκ του νόμου τοκοφορία αλλά και ανατοκισμό, όπως θα συνέβαινε αν δεν είχε κατατεθεί η αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1. Για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αίτησης στους πιστωτές μέχρι την απόρριψη της αίτησης δεν χωρεί τοκοφορία και ανατοκισμός, αλλά χωρεί για το διάστημα μετά την απόρριψη της αίτησης, αφαιρούνται δε τα ποσά που εν τω μεταξύ έχουν καταβληθεί (βλ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 4π έκδοση, σ. 483 - 494, Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 3π έκδοση, σ. 718 - 727). Εξάλλου, με την παρ. 2 του άρθρου 64 του Ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α 105/14-6-2018) αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3869/2010 και ορίστηκε ότι αν ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από τη ρύθμιση οφειλών, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. Αν ο οφειλέτης δε συμμορφωθεί προσήκοντος εκπίπτει αυτοδικαίως από τη ρύθμιση έναντι όλων των πιστωτών από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στον φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο την ανατροπή της έκπτωσης του αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της απόφασης ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της παρούσας παραγράφου. Τα παραπάνω, σύμφωνα με την παρ. 15 του άρθρου 68 του Ν. 4549/2018, εφαρμόζονται και σε υποθέσεις επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με την προϋπόθεση ότι α) η όχληση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 επιδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και β) δεν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση έκπτωσης του οφειλέτη. Εκκρεμείς αιτήσεις έκπτωσης του οφειλέτη κρίνονται κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζητά να κηρυχθεί έκπτωτος ο καθ’ ου οφειλέτης από τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, όπως ορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 4.630/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 3869/2010 καθώς αυτός δεν προέβη εμπροθέσμως και κατά προσήκοντα τρόπο στις ορισθείσες με την παραπάνω απόφαση καταβολές για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, να διαταχθεί η επαναφορά των απαιτήσεων της στο ύψος στο οποίο θα ανέρχονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση υπαγωγής του καθ’ ου στο Ν. 3869/2010 και να καταδικαστεί ο καθ’ ου οφειλέτης στην εν γένει δικαστική της δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση, αρμόδια καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 3 και 11 του ν. 3869/2010), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 του ν. 3869/2010), με την εφαρμογή της οποίας εκδόθηκαν οι ως άνω αποφάσεις, εφόσον για το παραδεκτό της κατατέθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 11 παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως ίσχυε στο χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ήτοι εντός τεσσάρων μηνών από τη δημιουργία του αναφερόμενου σε αυτή λόγου έκπτωσης των καθ’ ων η αίτηση. Η κρινόμενη αίτηση είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 758 ΚΠολΔ, 11 παρ. 2, 3 του Ν. 3869/2010 και σ’ αυτές των άρθρων 176 επ. και 746 εδ. β' ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να διαταχθεί η επαναφορά των απαιτήσεων της απούσας πιστώτριας στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν προ της υποβολής της αιτήσεως του καθ’ ου, το οποίο πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η επαναφορά αυτή δε διατάσσεται από το Δικαστήριο, αλλά γίνεται εκ του νόμου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι προσκομίσθηκαν τα γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων για τους παρασταθέντες πληρεξούσιους δικηγόρους (βλ. Νο ….. γραμμάτια είσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης).

Ο καθ’ ου η αίτηση με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά και περιλαμβάνεται αναλυτικά στις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του, αρνήθηκε την αίτηση και ισχυρίστηκε ότι η αδυναμία του να προβεί σε καταβολές προς την πιστώτρια οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και ειδικότερα στις περικοπές στο μισθό του και στην απώλεια της εργασίας της συζύγου του, ενώ λόγω της δυσχερούς οικονομικής του κατάστασης δεν κατέστη δυνατή ούτε η κατάθεση αίτησης μεταρρύθμισης. Ο παραπάνω ισχυρισμός του καθ’ ου αποτελεί ένσταση, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, που, όμως, όπως στη μείζονα σκέψη εκτίθεται, κατ’ αρχήν αδυναμία παροχής επί χρηματικής οφειλής δεν νοείται, όμως, εν προκειμένω για την αποφυγή της δυσμενούς κυρώσεως της εκπτώσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τελευταία δεν πρέπει να επέρχεται, όταν η καθυστέρηση της πληρωμής οφείλεται σε σοβαρούς λόγους που αφορούν το πρόσωπο του οφειλέτη ή μέλους της οικογένειας του που δεν του επιτρέπουν να ενεργήσει ταχέως ούτε να επιδιώξει τροποποίηση των μηνιαίων καταβολών κατά χρόνο και ποσό.

Από τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 336§3 και 395 του ΚΠολΔ), για κάποια από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς ωστόσο να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, απ’ όσα οι διάδικοι ισχυρίστηκαν στο ακροατήριο, από τις άμεσες και έμμεσες ομολογίες που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς τους (άρθρ. 261, 352, 339 του ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και από τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αληθινά, τα οποία λαμβάνονται υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, πραγματικά περιστατικά : επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …. αιτήσεως του καθ’ ου για υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δημοσιεύτηκε η με αριθμό ….. οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία έκανε δεκτή την ως άνω αίτηση και ρύθμισε τις οφειλές του. Ειδικότερα, ορίσθηκε η υποχρέωσή του οφειλέτη για μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 520 €, συμμέτρως κατανεμόμενου, προς τις πιστώτριες του, εκ των οποίων προς την «…..» το ποσό των 94,13 €. Ακολούθως, ο οφειλέτης άσκησε ιη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ….. έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …. απόφαση η οποία εξαφάνισε εν μέρει την υπ’ αριθ. ….. απόφαση ως προς τις διατάξεις που όριζαν τις μηνιαίες καταβολές του οφειλέτη και καθόρισε εκ νέου τις επί τετραετία μηνιαίες καταβολές του αναδιανέμοντας το συνολικό ποσό που μπορούσε αυτός να καταβάλλει, ήτοι τα 520 € και όρισε καταβολές προς την αιτούσα - πιστώτρια ποσού 78,514 €. Οι μηνιαίες δόσεις, ορίσθηκε ότι θα καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο καθ’ ου η αίτηση, μη συμμορφούμενος με το διατακτικό της ως άνω υπ’ αριθ. …. απόφασης δεν κατέβαλε τις ορισθείσες δόσεις στην αιτούσα πιστώτρια του κατά τους μήνες Οκτώβριο του 2017 έως και Ιανουάριο του 2018 (βλ. προσκομιζόμενη κίνηση του τηρούμενου λογαριασμού με ημερομηνία 29-1-2018). Έτσι, καθυστέρησε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από τη ρύθμιση οφειλών, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, δεδομένου ότι στην υπό κρίση αίτηση που κατατέθηκε πριν την δημοσίευση του Ν. 4549/2018 εφαρμόζονται οι ουσιαστικές διατάξεις του νόμου αυτού κατ’ άρθρο 68 παρ. 15. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση του αιτούντος επιδεινώθηκε σημαντικά μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. ….. απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα από το 2016 και έπειτα. Ειδικότερα, η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι τα ετήσια εισοδήματα του καθ’ ου ανέρχονταν κατά το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 17.160,46 € και τα μηνιαία εισοδήματα της συζύγου του στο ποσό των 586,06 € μικτά και κατέληξε στην κρίση ότι έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει στις πιστώτριες του το συνολικό ποσό των 520 € μηνιαίως. Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας για τα φορολογικά έτη 2015, 2016 και 2017 τα ετήσια εισοδήματα του καθ’ ου ανήλθαν στις 17.028,81 €, στις 11.693,31 € και στις 11.135,30 € αντίστοιχα. Η δε σύζυγος του είχε ετήσια εισοδήματα 2.055,12 € το 2015, 2.185,92 € το 2016 και μηδενικά εισοδήματα το 2017. Επομένως, από τη σύγκριση των παραπάνω εισοδημάτων προκύπτει ότι η ετήσια μείωση τους ανήλθε στις 6.000 € περίπου, ήτοι 500 € κατά μηνιαία αναλογία. Το μήνα Ιανουάριο του 2019 οι αποδοχές του καθ’ ου από την εργασία του στο εργαστήριο ξηρών καρπών της εταιρίας «…...», ανέρχονταν σε 643,32 €. Τα εισοδήματα του συμπληρώνονται και από το μίσθωμα ποσού 200 € που λαμβάνει από την εκμίσθωση ενός καταστήματος ιδιοκτησίας του στην οδό ….. Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, τα συνολικά εισοδήματα του καθ’ ου ανέρχονται στα 843,32 €, από τα οποία καταβάλλει ποσό 300 € ως μίσθωμα για το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει με τη σύζυγο του, 98,99 € προς την εφορία για δύο ρυθμίσεις οφειλών οι οποίες λήγουν στις 29-9-2023 και με τα υπόλοιπα χρήματα, περίπου 445 €, καλύπτει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της άνεργης συζύγου του.

Η σημαντική αυτή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος και η μετά βίας κάλυψη ακόμη και των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του, είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορεί αυτός να καλύψει ούτε τα δικαστικά έξοδα για την υποβολή αίτησης μεταρρύθμισης της ως άνω απόφασης ρύθμισης των οφειλών του, ενώ τα εισοδήματα του υπερβαίνουν το ανώτατο όριο για την παροχή νομικής βοήθειας κι ως εκ τούτου αποκλειόταν κι αυτή η δυνατότητα. Συνεπώς, ο αιτών δεν έχει άλλα εισοδήματα για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του καθώς και την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, που αποτελεί βασικό κριτήριο του νόμου κατά τον ορισμό των μηνιαίων δόσεων της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 του νόμου, η δε από μέρους του εκπλήρωση της υποχρέωσης για την καταβολή της μηνιαίας δόσης των 520 €, που ορίστηκε με την ….. απόφαση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την επιβίωση του. Συντρέχει συνεπώς στο πρόσωπο του λόγος ανωτέρας βίας, που δικαιολογεί τη μη τήρηση της ρύθμισης που ορίστηκε με την ….. απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Συνακόλουθα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκπτωση αυτού από τη ρύθμιση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης και η κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη θα πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των προς ων η κοινοποίηση, αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, αφού παραδόθηκε σε πρωτότυπη και ηλεκτρονική μορφή, στη Θεσσαλονίκη, την 19η Ιουνίου 2019, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Δικηγορικό Γραφείο Αθανασίου Ρόζου και Συνεργατών

Πολυτεχνείου 39, Τ.Κ. 54626, Θεσσαλονίκη

Εξυπηρετούμε και στην Αθήνα!

                      
0
Shares
0
Shares