Ακύρωση πλειστηριασμού

Απόφαση 955/2011 Εφ Θεσ (Πλειστηριασμός)

Ακύρωση πλειστηριασμού. Απορίπτει την έφεση. Έγκυρος είναι ο πλειστηριασμός που διενεργήθηκε κατά παράβαση συμφωνίας επισπεύδοντα και οφειλέτη για αναβολή του πλειστηριασμού, εάν ο υπερθεματιστής δεν γνώριζε τη συμφωνία αυτή.

Η εν λόγω δικαστική απόφαση απορρίπτει έφεση κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώνεται πλειστηριασμός που διενεργήθηκε, παρά την ύπαρξη συμφωνίας επισπεύδοντα και καθ' ου η εκτέλεση για αναστολή αυτού, λόγω μη γνωστοποίησης της συμφωνίας στην συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού, και άγνοια των υπερθεματιστών περί της συμφωνίας αυτής, στους οποίους κατακυρώθηκε το ακίνητο και δεν ενήργησαν ως εκ τούτου εν γνώση τους σε βάρος του οφειλέτη. Επιπλέον το Εφετείο δεν εξέτασε πρόσθετους λόγους ανακοπής που προέβαλε ο αντίδικος το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον αυτοί προτάθηκαν απαραδέκτως. Το γραφείο μας εκπροσώπησε τους υπερθεματιστές, στους οποίους κατακυρώθηκε το ακίνητο. Ο πλειστηριασμός επικυρώθηκε τελεσίδικα με την απόφαση αυτή.

Αριθμός Απόφασης 955 /2011

Αριθμός κατάθεσης έφεσης 4234/27-10-2009

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές .........., Πρόεδρο Εφετών, .......... και .......... - Εισηγήτρια, Εφέτες και το Γραμματέα ...........

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 15η Οκτωβρίου 2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ : ........................................., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου .......... (ΑΜ ..........).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΉ : 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..........", που εδρεύει στην Αθήνα (Όθωνος 4) και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου .......... (ΑΜ ..........), 2) .............................................., 3) ......................................................, κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Αθανάσιου Ρόζου (ΑΜ 8229), 4) .........., συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, υπαλλήλου του πλειστηριασμού και 5) Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, που δεν παραστάθηκαν.

Ο ανακόπτων με την υπ' αριθμ. κατάθεσης 26694/2008 ανακοπή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε ό,τι ανέφερε σ' αυτήν. Το παραπάνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 20666/2009 οριστική του απόφαση απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών-ανακόπτων με την υπ' αριθμ. έκθεση κατάθεσης 4402/27-10-2009 έφεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και κατά την εκφώνησή της απο το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα υπ' αριθμ. 7800Δ77-12-2009 και 7787Δ74-12-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης .........., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-2-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους 4η και 5ο των εφεσιβλήτων. Οι ως άνω παρότι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά από το οικείο πινάκιο. Συνεπώς, πρέπει, ενόψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους του διαδίκους, να δικαστούν ερήμην και να προχωρήσει η διαδικασία σα να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 §4, 226 του ΚΠολΔ ).

Η υπό κρίση από 27-10-2009 (με αριθμό κατάθεσης 4402/27-10-2009 και ορισμού δικασίμου στο παρόν Δικαστήριο 4234/27-10-2009) έφεση του εκκαλούντος-ανακοπτόντος, κατά της υπ' αριθμ. 20666/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην των 4ης και 5ου των καθ' ων, απλών ομοδίκων τούτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την κατά την 29-9-2009 επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα-ανακόπτοντα (άρθρα 511επ., 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. την από 29-9-2009 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης .........., στο αντίγραφο της εκκαλουμένης που επιδόθηκε στον εκκαλούντα). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, ακολούθως δε να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή της, με την ίδια τακτική διαδικασία.

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 23-6-2008 και με αριθμό κατάθεσης 26694/25-6-2008 ανακοπή, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στρεφομένη κατά των καθ' ων και ήδη εφεσιβλήτων, ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους ζητούσε να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 8983/4-6-2008 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .........., του περιγραφόμενου στην έκθεση αυτή ακινήτου και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 20666/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία, απορρίφθηκε αυτή 1) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, αναφορικά με τους τέταρτη και το πέμπτο των καθ'ων (υπάλληλο του πλειστηριασμού και Υποθηκοφυλακείο) και 2) ως μη νόμιμη αναφορικά με τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των καθ'ων (επισπεύδουσα και υπερθεματιστές). Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ανακόπτων με την υπό κρίση έφεσή του για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνιση της και την παραδοχή της ανακοπής.

Α'. Σύμφωνα με το αρ. 520 §1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118-120 στοιχεία, και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλούμενης απόφασης που αναφέρονται είτε σε πραγματικά ή νομικά σφάλματα του δικαστηρίου είτε ενίοτε σε παραδρομές του ίδιου του εκκαλούντος. Οι παραδρομές του δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται, είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αιτίας της, η προσβαλλομένη οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 356/2002 δημ Νόμος). Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι της έφεσης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα, που αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμισή της. Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο εφετήριο και ο κανόνας του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον εκκαλούντα συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 824/2007, ΑΠ 172/ 2003, ΑΠ 859/2002, ΑΠ 1657/2002, ΕφΛαμ 187/2010 δημ. Νόμος). Περαιτέρω ο αόριστος λόγος έφεσης εξομοιώνεται με ανύπαρκτο και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1271/95 ΕλλΔνη 38.781), ενώ η αοριστία του εφετηρίου δεν είναι δυνατόν να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής ακόμη δίκης (ΑΠ 129/1995 ΕλλΔνη 38/591, ΑΠ 1271/1995 ΕλλΔνη 38.781, ΕφΘρ 13/2006 ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2007/260).

Β'. Από τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ.1 και 934 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή που έχει έννομο συμφέρον, αν μεν αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση, αν δε αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση και του υπερθεματιστή που τελούν σε αναγκαστική παθητική ομοδικία κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ, γιατί η διαφορά επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, αφού, εξαιτίας της πλήρους γι' αυτούς ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, δε μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους για τον άλλο (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 1639/2002, ΑΠ 1171/2001 δημ. Νόμος).

Εξάλλου, ενόψει της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης (άρθρο 361 ΠΚ) σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι δυνατή η αναστολή του πλειστηριασμού και με συμφωνία μεταξύ του επισπεύδοντα την εκτέλεση και του οφειλέτη. Για το έγκυρο της εν λόγω συμφωνίας δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή κατάρτιση αυτής ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Απαιτείται όμως κατ' ανάλογη, λόγω της ταυτότητας του νομοθετικού λόγου, εφαρμογή των ισχυόντων επί της διατάσσουσας την αναστολή απόφασης, η γνωστοποίηση αυτής, με επιμέλεια των διαδίκων, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο χωρίς την οποία έγκυρα διενεργείται ο πλειστηριασμός (Ολ. ΑΠ 33/95 ΑΠ 408/2000). Οι διατάξεις για τον πλειστηριασμό είναι κατά κανόνα δημόσιας τάξης, αποβλέπουν δε στην παροχή έννομης προστασίας με την μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από στάθμιση των συμφερόντων των δανειστών που δεν εισέπραξαν την απαίτησή τους, του οφειλέτη στον οποίο ανήκει το πλειστηριαζόμενο πράγμα, αλλά και του υπερθεματιστή ο οποίος μετέχει στη διαδικασία του πλειστηριασμού πρωτίστως μεν προς το συμφέρον του, συγχρόνως όμως και προς το συμφέρον των δανειστών του καθού η εκτέλεση. Και στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που είναι επίσης δημόσιας τάξης. Επομένως ο οφειλέτης μπορεί για απόκρουση του επισπευδομένου πλειστηριασμού να προβάλλει ότι λόγω των συνθηκών που συντρέχουν, η πραγμάτευση του δικαιώματος απ' αυτόν (επισπεύδοντα δανειστή) απαγορεύεται γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η διαβεβαίωση του επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή προς τον οφειλέτη ότι θα συναινέσει στην αναστολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού υπόσχεση που δεν έλαβε συμβατική μορφή και δόθηκε ερήμην του υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού και των άλλων δανειστών που τυχόν έχουν αναγγείλει, δε μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού που ενεργήθηκε χωρίς επίκληση και παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας ότι και ο υπερθεματιστής που κυρίως ζημιώνεται από την ακύρωση, είχε οποιαδήποτε γνώση των όσων συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό. Και τούτο διότι η όλη λειτουργία της αναγκαστικής εκτέλεσης χαρακτηρίζεται αφενός από μια κινητικότητα ομάδας προσώπων, που δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά μόνο τον αρχικώς επισπεύδοντα δανειστή και τον οφειλέτη του και αφετέρου μια αποτελεσματικότητα μέσων που δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις ουσιαστικού δικαίου έννομες σχέσεις των εμπλεκομένων προσώπων που είναι υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 2069/ 2007, ΑΠ 1154/2004, ΑΠ 914/2004, ΑΠ 408/ 2000, ΑΠ 69/2001, ΑΠ 370/2001, δημ. Νόμος).

Γ'. Τέλος, η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται στις ανακοπές του άρθρου 583 επομ. του ίδιου κώδικα και επομένως εφαρμόζονται σ' αυτήν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 585 παρ.2, κατά το οποίο οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προταθούν μόνο με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ή με πρόσθετο δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Νέοι λόγοι ανακοπής που προτείνονται για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (και αν ακόμη πρόκειται για λόγους που συνίστανται σε ενστάσεις οψιγενείς, των οποίων ο χρόνος γένεσης δεν καθιστούσε δυνατή την προγενέστερη προβολή τους), είναι απαράδεκτοι, ακόμη και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι απέχουν θέση ιστορικής βάσης της αγωγής και δεν ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά από εκείνες των άρθρων 216 παρ.1 εδ.α και 224 ΚΠολΔ καθώς και από την ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δικ., η οποία ως ειδική κατισχύει έναντι των γενικών διατάξεων των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1336/2006, ΑΠ 60/2005, ΑΠ 490/2004, ΑΠ 563/2003, ΑΠ 571/2003, ΑΠ 194/2003 δημ. Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ανακόπτων, ιστορούσε ότι κατόπιν σχετικής αίτησης της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..........", εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 28546/31-7-2007 και 28555/31-7-2007 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με τις οποίες υποχρεώθηκε αυτός να της καταβάλει τα ποσά των 1.876,16 ευρώ και 1.962,73 ευρώ αντίστοιχα πλέον τόκων και εξόδων. Ότι η πρώτη των καθ' ων με την 8743/2007 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης .........., δήλωσε ότι, ως δανείστρια έχουσα απαίτηση στηριζόμενη στους παραπάνω τίτλους, επισπεύδει τον πλειστηριασμό που διενεργούνταν με βάση την 914/2006 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς .......... και ορίσθηκε ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η 27-2-2008. Ότι κατά την ως άνω ημερομηνία ο πλειστηριασμός αναβλήθηκε μετά από συμφωνία που έγινε μεταξύ αυτού και της πρώτης των καθ' ων και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1073/27-2-2008 Α' επαναληπτική περίληψη του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς .........., με την οποία ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 4-6-2008, ενώ η τιμή της πρώτης προσφοράς ορίστηκε στο ποσό των 70.000 ευρώ. Ότι στις 4-3-2008 επικοινώνησε με τον αρμόδιο υπάλληλο της πρώτης των καθ' ων - επισπεύδουσας, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι ο ορισθείς για 4-6-2008 πλειστηριασμός και πάλι θα ανασταλεί και τον παρότρυνε να καταβάλει το ποσό των 500,00 ευρώ, πράγμα το οποίο και έπραξε. Ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε τελικά κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία (4-6-2008) και αναδείχθηκαν ως πλειοδότες ο δεύτερος και τρίτη των καθ' ων η ανακοπή, στους οποίους και κατακυρώθηκε το ακίνητο κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί του ποσού των 74.760 ευρώ, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 8983/4-6-2008 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι η ενέργεια του πλειστηριασμού αυτού έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση πρώτης των καθ' ων τραπεζικής εταιρίας, για τους παρακάτω λόγους:

Μόλις του κοινοποιήθηκε στις 4-3-2008 η σχετική παραπάνω Α' επαναληπτική περίληψη για διενέργεια του πλειστηριασμού στις 4-6-2008, απευθύνθηκε στο αρμόδιο υποκατάστημα της πρώτης των καθ' ων-δανείστριας τράπεζας, έτσι ώστε να επιτύχει διακανονισμό της οφειλής του και να μη πραγματοποιηθεί ο εν λόγω πλειστηριασμός, μετά δε από σχετικές συνεννοήσεις με τον αρμόδιο υπάλληλο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι δεν θα διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, με την από μέρους του καταβολή του ποσού των 500,00 ευρώ., που ήδη κατέβαλε, όπως του είχε υποδειχθεί και κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προέβη σε οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια για την αναστολή του πλειστηριασμού ή τη διόρθωση της τιμής της πρώτης προσφοράς. Έτσι, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των αρμοδίων οργάνων της πρώτης των καθ' ων - τράπεζας, έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός του ακινήτου του, η δε πραγματοποίηση του πλειστηριασμού έγινε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ενόψει και του γεγονότος ότι α) εκπλειστηριάστηκε το μοναδικό του ακίνητο (διαμέρισμα), που αποτελούσε την οικογενειακή του κατοικία, αξίας 140.000 ευρώ αντί του ποσού των 74.760 ευρώ, β) εκπλειστηριάστηκε ακίνητο για ελάχιστη οφειλή και χωρίς να κινδυνεύει από την αναβολή η αξίωση της πρώτης των καθ' ων, ενώ άλλα τραπεζικά ιδρύματα στα οποία επίσης όφειλε μεγαλύτερα ποσά δεν επεδίωξαν την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Έτσι, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο διενεργηθείς πλειστηριασμός και η συνταχθείσα υπ' αριθμόν 8983/4-6-2008 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .........., είναι άκυρη γιατί έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση πρώτης των καθ' ων τραπεζικής εταιρίας.

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την έφεσή του παραπονείται γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατ* εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω λόγο της ανακοπής του, ενώ αν ορθώς ερμήνευε και εφήρμοζε το νόμο και αν ορθώς εκτιμούσε τις αποδείξεις έπρεπε να τον δεχθεί και να ακυρώσει τον διενεργηθέντα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ πλειστηριασμό. Ωστόσο, αναφορικά με τους 4η και 5ο των εφεσιβλήτων (υπάλληλο του πλειστηριασμού και Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης), η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα προεκτεθέντα απέρριψε την ανακοπή όχι ως μη νόμιμη αλλά λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης. Ο ανακόπτων παραπονείται μεν για την απόρριψη της ανακοπής του, αλλά δεν διαλαμβάνει στο δικόγραφο της έφεσης κανένα ειδικό παράπονο για την απόρριψή της για τον παραπάνω λόγο, αφού δεν επικαλείται ορισμένο νομικό σφάλμα καταλογιστέο στην εκκαλουμένη απόφαση, ήτοι ποιές είναι οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβίασε η εκκαλουμένη απόφαση και έκρινε απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης την ανακοπή ως προς τους ως άνω εφεσιβλήτους, ούτε αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την νομική θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης αυτών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις (Α' μέρος), η έφεση όσον αφορά τους 4η και 5ο των εφεσίβλητων είναι αόριστη και ως τέτοια μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΕφΔωδ 313/2005, ΕφΛαρ 271/2004 δημ Νόμος, ΕφΠειρ 278/2002 Αρμ 2003 1478).

Περαιτέρω, ο ως άνω μοναδικός λόγος της ανακοπής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε (Β' μέρος), είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ανακοπή που αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, στρεφομένη κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση - πρώτης των καθ' ων και ήδη εφεσιβλήτων και των υπερθεματιστών-2ου και 3ης των καθ' ων και ήδη εφεσιβλήτων, που τελούν σε αναγκαστική παθητική ομοδικία κατά το άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί η διαφορά επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, αφού, εξαιτίας της πλήρους γι' αυτούς ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, δε μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους για τον άλλο. Και ναι μεν ο οφειλέτης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων, μπορεί για απόκρουση του επισπευδόμενου πλειστηριασμού να προβάλλει ότι λόγω των συνθηκών που συντρέχουν, η πραγμάτωση του δικαιώματος από τον επισπεύδοντα δανειστή απαγορεύεται γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πλην όμως, στην περίπτωση που ζητείται η ακύρωση ήδη γενομένου πλειστηριασμού (όπως εν προκειμένω), ταυτόχρονα πρέπει να γίνεται επίκληση και περιστατικών που αφορούν στο πρόσωπο του υπερθεματιστή (που κυρίως ζημιώνεται από την ακύρωση), Επομένως μόνη η επικαλούμενη διαβεβαίωση που, παρέσχε η πρώτη των καθ' ων - επισπεύδουσα προς τον οφειλέτη-ανακόπτοντα, για αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού, χωρίς μάλιστα γι' αυτήν να γίνεται επίκληση ότι έχουν λάβει γνώση ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπερθεματιστές, δεύτερος και τρίτη των καθ' ων η ανακοπή (που κυρίως ζημιώνονται από την ακύρωση), δεν καθιστά καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του δικαιώματος της πρώτης των καθ' ων προς επίσπευση της επίμαχης αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση του πλειστηριασμού και της συνταχθείσας έκθεσης με βάση το άρθρο αυτό. Και τούτο διότι η όλη λειτουργία της αναγκαστικής εκτέλεσης χαρακτηρίζεται αφενός από μια κινητικότητα ομάδας προσώπων, που δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά μόνο τον αρχικώς επισπεύδοντα δανειστή και τον οφειλέτη του, και αφετέρου μια αποτελεσματικότητα μέσων που δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις ουσιαστικού δικαίου έννομες σχέσεις των εμπλεκομένων προσώπων που είναι υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης. Έτσι, μπορεί να υφίσταται συμφωνία αναστολής ή ματαίωσης του πλειστηριασμού μεταξύ επισπεύδοντος και οφειλέτη (για την οποία μάλιστα δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή κατάρτιση αυτής ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου), απαιτείται όμως για την ακύρωση του γενόμενου πλειστηριασμού κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, να γίνεται ταυτόχρονα και επίκληση της γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, χωρίς την οποία (γνωστοποίηση) έγκυρα διενεργείται ο πλειστηριασμός, αλλά και στον υπερθεματιστή, ο οποίος μετέχει στη διαδικασία του πλειστηριασμού πρωτίστως μεν προς το συμφέρον του, συγχρόνως όμως και προς το συμφέρον των δανειστών του καθού η εκτέλεση, αφού οι διατάξεις του πλειστηριασμού είναι κατά κανόνα δημόσιας τάξης, αποβλέπουν δε στην παροχή έννομης προστασίας με την μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από στάθμιση των συμφερόντων των δανειστών που δεν εισέπραξαν την απαίτησή τους και του οφειλέτη στον οποίο ανήκει το πλειστηριαζόμενο πράγμα.

Σημειώνεται, ότι ο εκκαλών με το εφετήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίζεται για πρώτη φορά ότι ακύρως και κατά κατάχρηση δικαιώματος επισπεύσθηκε ο πλειστηριασμός και : 1) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 14 § 11 του ν. 2251/1994 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 §4 του ν. 3587/2007, με βάση τα οποία δεν επιτρέπεται επιβολή κατάσχεσης για ικανοποίηση απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων για απαιτήσεις τους από καταναλωτικά δάνεια, που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 20.000 ευρώ, σε ακίνητο του οφειλέτη που αποτελεί τη μοναδική του κατοικία και ο οφειλέτης βρίσκεται σέ αποδεδειγμένη αδυναμία να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και 2) λόγω υφιστάμενης απαγόρευσης διάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 1641/1986, και άρθρ. 6 του νδ 775/1964, που απαγορεύουν την αναγκαστική εκτέλεση ακινήτου που αγοράσθηκε με δάνειο από τον ΟΕΚ (όπως το εκπλειστηριασθέν), πριν την εξόφληση του δανείου και για δέκα χρόνια από τη λήψη του. Στην προκειμένη περίπτωση και ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή όχι των ως άνω ισχυρισμών, το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δυνατότητα να ερευνήσει κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς αυτούς, οι οποίοι προτείνονται το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με το εφετήριο του εκκαλούντος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίιθενται στη μείζονα σκέψη (Γ' μέρος), νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζομένου στο άρθρο 585 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται 8 τουλάχιστον ημέρες πριν τα συζήτηση. Μόνο το περιεχόμενο της κρινόμενης ανακοπής, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω λόγοι, ούτε αυτοτελώς, αλλά ούτε και προς θεμελίωση της προβληθείσας καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1025/2003 ΕλλΔνη 45.115, ΑΠ 916/2002 ΕλλΔνη 2003.1297).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ως άνω μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος και στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή για το λόγο αυτό αναφορικά με την πρώτη, δεύτερο και τρίτη των καθ' ων (επισπεύδουσα και υπερθεματιστές αντίστοιχα), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου λόγο της έφεσης με τους οποίους ο ανακόπτων παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς και η έφεση στο σύνολο της. Παράβολο ερημοδικίας δεν θα οριστεί για τους ερημοδικαζόμενους 4η και 5ο των εφεσιβλήτων, διότι στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση, όπως η προκειμένη, δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας, ούτε και στον παρόντα βαθμό (άρθρ. 937 § 2 του Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 1102/2006, ΕφΑΘ 6367/2007 δημ Νόμος). Τα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερου και τρίτης των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των τέταρτης και πέμπτου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την από 27-10-2009, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 4402/27-10-2009 και αριθμό δικασίμου στο παρόν Δικαστήριο 4234/27-10-2009, έφεση κατά της υπ' αριθμ. 20666/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην των 4ης και 5ου των εφεσίβλητων (απλών ομοδίκων) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία,

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερου και τρίτης των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800,00 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Απριλίου 2011 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Μαίου 2011, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Δικηγορικό Γραφείο Αθανασίου Ρόζου και Συνεργατών

Πολυτεχνείου 39, Τ.Κ. 54626, Θεσσαλονίκη

Εξυπηρετούμε και στην Αθήνα!

                  
0
Shares
0
Shares

Διαβάστε Αυτό Πριν Φύγετε!

Το Δικηγορικό μας Γραφείο και ο Νομικός Οδηγός στηρίζονται για την επιβίωσή τους ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ σε ιδιώτες και επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και της ελεύθερης αγοράς. Αποδίδουμε τους φόρους μας και καταβάλλουμε τις ασφαλιστικές μας εισφορές στο ακέραιο, ώστε να μπορεί με τη σειρά της η Πολιτεία να καταβάλλει μισθούς, συντάξεις και να συντηρεί κρατικές δομές. Ένα Like στο Facebook είναι το ελάχιστο, που μπορείτε να κάνετε για να μας υποστηρίξετε.

Σας ευχαριστούμε!