|
05 Ιανουάριος 2010
Κείμενο Προέδρου Δ.Σ.Θ., κ. Μανόλη Λαμτζίδη
Σας μεταφέρω την οργή των δικηγόρων της Θεσσαλονίκης για την κατασυκοφάντησή μας από σημαντική μερίδα των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης.
Μας εμφανίζουν «κλειστό» επάγγελμα ή «συντεχνία», φορτίζοντας αρνητικά και προδιαθέτοντας εχθρικά εναντίον μας την κοινή γνώμη.
Το επάγγελμα του δικηγόρου είναι ένα από τα «νομοθετικά κατοχυρωμένα» ή «νομοθετικά ρυθμιζόμενα» επαγγέλματα. Την ανάγκη «νομοθετικής ρύθμισης» των όρων άσκησης του επαγγέλματος που την εμφανίζουν ως «αδικαιολόγητους διοικητικούς περιορισμούς», την επιβάλλει η φύση του επαγγέλματος. Ο δικηγόρος από την πολιτεία αναγνωρίζεται ως «άμισθος δημόσιος λειτουργός» (άρθρο 38 του Κώδικα Περί Δικηγόρων) που μετέχει ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΑ στην απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή σε μία από τις τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες του κράτους.
Οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι έκφανση αυτού του λειτουργήματος, και αναγκαία προσλαμβάνουν «επαγγελματικό», αλλά όχι χυδαία εμπορευματικό, χαρακτήρα.
Όσο διατηρείται αυτή η θεμελιώδης διατύπωση στον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 38), καμία συζήτηση δε μπορεί να γίνει ούτε για την κατάργηση της «προστασίας» που παρέχει το κράτος επιτρέποντας ποσοτικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση της δικηγορίας, την οποία κατάργηση κατ' ευφημισμό αποκαλούν «απελευθέρωση», ούτε για την επιβολή ΦΠΑ στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Όσο για το δεύτερο θέμα (επιβολή ΦΠΑ) τις θέσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, απηχεί η ομιλία (μελέτη) του μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, κ. Δημητρίου Κυριακόπουλου, που μετέχει ήδη στη σχετική επιτροπή.
Η μέριμνα του Έλληνα νομοθέτη για τη διασφάλιση της επαγγελματικής αξιοπρέπειας του Έλληνα δικηγόρου, είναι τέτοιας έντασης και έκτασης, ώστε, από το 1954, 90 ολόκληρα άρθρα (άρθρα 91-180 από το σύνολο 348 του Κώδικα) αφιερώνονται στο ζήτημα των αμοιβών.
Σχετικά πρόσφατη είναι και η ρύθμιση, ύστερα από συμφωνία Πολιτείας και Ολομέλειας των Προέδρων, της έκδοσης αναλυτικού πίνακα αμοιβών για εξωδικαστικές εργασίες (συμπεριλαμβανομένης και της εξωδικαστικής ανά ώρα απασχόλησης ή «χρονοχρέωσης») που κυρώνονται με κοινές Υπουργικές Αποφάσεις των αναρμόδιων Υπουργών, με βάση τις οποίες για όλες τις πράξεις καθορίζεται ως κατώτατη ελάχιστη αμοιβή το ποσό των 64€ (αμοιβή ανά ώρα εξωδικαστικής απασχόλησης) και ως ανώτατη ελάχιστη αμοιβή το ποσό των 2.885€ (παράσταση στο Εκλογοδικείο)
Το σύστημα αυτό επέφερε μία ισορροπία στις σχέσεις δικηγόρων-εντολέων και διατηρείται άθικτο, αναλλοίωτο και απρόσβλητο από τότε που έχει τεθεί σε ισχύ.
Οι μόνοι που δυσφορούν είναι:
α) οι Τράπεζες οι οποίες αναγκάζονται να καταβάλουν στους κατ' αποκοπή συνεργάτες τους τη νόμιμη ελάχιστη προεισπραττόμενη αμοιβή
β) οι εταιρείες ασφάλισης αυτοκινήτων (για τον ίδιο λόγο) και
γ) οι εργολαβικές-κατασκευαστικές εταιρείες για το ύψος των ελάχιστων αμοιβών των δικηγόρων-συνεργατών τους που τους αναγκάζονται να καταβάλλουν την παράσταση και τη σύνταξη συμβολαίων.
Κυρίες και κύριοι,
Η δήθεν «απελευθέρωση» της δικηγορίας είναι εξαπάτηση των πολιτών διότι, από τους πρωτουργούς αυτής της πρωτοβουλίας, αποκρύπτεται από τον ελληνικό λαό η τραγική πραγματικότητα, στο χώρο της δικηγορίας ενώ εμφανίζονται εξωραϊσμένες και εξιδανικευμένες καταστάσεις μερικών δεκάδων οργανωμένων δικηγορικών γραφείων ως κανόνας.
Η λεγόμενη «απελευθέρωση» είναι ο «Δούρειος ‘Ιππος» προκειμένου να αλωθεί η δικηγορία.
Να μετατραπούν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι σε εξασθενημένα επαγγελματικά σωματεία.
Να μειωθεί η κριτική και επικριτική τους ικανότητα και το ειδικό βάρος που διαθέτουν στις τοπικές κοινωνίες.
Να αποτραπούν από το να αρθρώνουν λόγο για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών.
Να γίνει ο δικηγόρος, και ειδικότερα ο νέος, ενδοτικός στο θέμα της αμοιβής του απέναντι στον εντολέα του, ειδικότερα όταν αυτή, είναι πανίσχυρη, όπως μία τράπεζα.
Με τη ψήφιση ενός «οριζόντιου» νόμου που θα ενσωματώνει τη σχετική οδηγία και τη διαδικασία που προβλέπεται στη συνέχεια, δεν καταργούνται αυτόματα οι λεγόμενοι «διοικητικοί περιορισμοί» στην άσκηση της δικηγορίας, δηλαδή οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και τα άλλα συναφή νομοθετήματα.
Ανοίγεται, λοιπόν, μπροστά μας ένας μακρύς δρόμος τον οποίο καλούμαστε να διανύσουμε, και ένα ευρύ πεδίο αγώνων και διεκδικήσεων.
Αλλά, σας διαβεβαιώνω ότι, η ελληνική δικηγορία στο τέλος θα μείνει αλώβητη.

| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|
