Υπερχρεωμένα νοικοκυριά
Υπερχρεωμένα νοικοκυριά: Δικαστικές αποφάσεις
We speak english - Мы говорим на русском
Εκτύπωση

ΑΠ 1/2009 (Ολομέλεια): Προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο.

στις .

Αριθμός 1/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Σε Πλήρη Ολομέλεια

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Πλήρους Ολομελείας: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Γρηγόριο Μάμαλη, Εμμανουήλ Καλούδη-Εισηγητή, Γεώργιο Πετράκη, Αντιπροέδρους, Ρένα Ασημακοπούλου, Αιμιλία Λίτινα, Ιωάννη Ιωαννίδη, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη Αθανάσιο Κουτρομάνο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαίρη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκείμενη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Β' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, το οποίο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι Νικόλαος Κατσίμπας, Νομικός Σύμβουλος και Δημήτριος Καμάρης, Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: ...... , τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Παπαχρίστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.08.2001 αίτηση προσωπικής κράτησης του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 29.06.2006 αίτησή του και τους από 18.08.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους, την οποία έφεραν προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 37/2008 κοινή πράξη ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου...

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής - Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδης ανέγνωσε την από 20.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κριθούν βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως μοναδικός του αναιρετηρίου και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν οι μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο δε του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πλhρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

Κατά την 20η Νοεμβρίου 2008, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Δημάδης και Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 29-6-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθ. 157/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με το υπ' αριθ. 37/2008 κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι κρίθηκε ότι με την αίτηση τίθεται νομικό ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος (άρθρ. 563 παρ.2 εδ.β'ΚΠολΔ).

Επειδή, το αναγκαστικό μέτρο της προσωπικής κρατήσεως για την είσπραξη δημοσίων εσόδων θεσπίσθηκε αρχικά με το β.δ/μα της 7.2.1835 και διαμορφώθηκε με διαδοχικά νομοθετήματα (ν. ΥΛΣΤ'/1871, ν. 4845/1930 [Ν.Ε.Δ.Ε.], ν.δ/μα 356/1974 {Κ.Ε.Δ.Ε}.), επιβαλλόμενο από τα αρμόδια διοικητικά όργανα κατά των οφειλετών αφ` ενός μεν του Δημοσίου αφ` ετέρου δε των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, κατά περίπτωση. Ο θεσμός αναμορφώθηκε ριζικά με το ν. 1867/1989 "Προσωπική κράτηση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και άλλες διατάξεις", ο οποίος επέτρεψε την επιβολή του μέτρου μόνο με δικαστική απόφαση, εκδιδομένη κατόπιν αιτήσεως του αρμοδίου για την είσπραξη οργάνου του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., ρύθμισε δε τις ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις επιβολής αυτού κατά τρόπο ευνοϊκότερο για τον οφειλέτη σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Οι προϋποθέσεις αυτές τροποποιήθηκαν, αναφορικά με τα ληξιπρόθεσμα προς το Δημόσιο και προς το Ι.Κ.Α. χρέη, με το άρθρο 46 του ν. 2065/1992, στη συνέχεια δε με τα άρθρα 33 του ν. 2214/1994 και 22 του ν. 2523/1997. Επακολούθησε η θέση σε ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), ο οποίος στο Πρώτο Τμήμα του Δευτέρου Μέρους αυτού και υπό το Δεύτερο Τίτλο "Επιβολή Προσωπικής Κράτησης" (άρθρα 231-243) περιέλαβε νέα ρύθμιση του αναγκαστικού μέτρου της προσωπικής κρατήσεως, που αναφέρεται στην είσπραξη εσόδων δημοσίου δικαίου ( βλ. άρθρο 216 και εισηγητική έκθεση επί του άρθρου αυτού). Η προσωπική κράτηση όμως που διατάσσεται για την είσπραξη απαιτήσεων ιδιωτικού δικαίου, όπως εκείνων που προέρχονται από συμβάσεις δανείου, εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν. 1867/1989. Στα άρθρα 1, 2 και 3 του τελευταίου αυτού νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 46 του ν. 2065/1992, 33 του ν. 2214/1994 και 22 του ν. 2523/1997, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

"Άρθρο 1 -Η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων που αποφασίζεται με διοικητική πράξη, καταργείται. 2. Από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτού του νόμου η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων, διατάσσεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Άρθρο 2.-1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται εφ` όσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α. Πρόκειται για έσοδο που εισπράττεται κατ` εφαρμογή του ν.δ. 356/1974 "περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων". β. Πρόκειται για χρέη που απορρέουν είτε από επιχορηγήσεις κατά την εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων αναπτυξιακών νόμων είτε από σύμβαση δανείου είτε από την επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής για πράξεις ή παραλείψεις που είναι κολάσιμες και ποινικώς ή, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για χρέη, η μη καταβολή των οποίων εκ μέρους του οφειλέτη συνιστά ποινικώς κολάσιμη πράξη κατά τις κείμενες διατάξεις.

2. Η προσωπική κράτηση διατάσσεται πάντοτε αυτοτελώς, κατά τις διατάξεις του επόμενου άρθρου, από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση: α. Του αρμόδιου για την είσπραξη του σχετικού εσόδου προϊσταμένου δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή προϊσταμένου του τελωνείου, όταν πρόκειται για χρέη προς το Δημόσιο....3.Η κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αίτηση πρέπει, με την ποινή του απαραδέκτου, να υποβληθεί ένα τουλάχιστο μήνα μετά την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης προς τον οφειλέτη και να συνοδεύεται από αντίγραφο της ατομικής ειδοποίησης, στην οποία περιέχονται οπωσδήποτε τα στοιχεία του οφειλέτη και του χρέους του... Άρθρο 3- 1.α. Την προσωπική κράτηση, της οποίας η διάρκεια δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος, διατάσσει με απόφασή του το αρμόδιο σύμφωνα με την περίπτωση β` δικαστήριο. Aλλη αίτηση προσωπικής κράτησης για το ίδιο χρέος δεν μπορεί να υποβληθεί. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο εφόσον συντρέχουν εκ νέου οι προϋποθέσεις και μόνο μετά την παρέλευση έξι μηνών από την εκτέλεση της προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου και την απόλυση του κρατουμένου....β. Η αίτηση για προσωπική κράτηση δικάζεται, αν ο νόμιμος τίτλος αποδεικνύει απαίτηση δημόσιου χαρακτήρα, από τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο ή, αν ο νόμιμος τίτλος αποδεικνύει απαίτηση ιδιωτικού χαρακτήρα, από το μονομελές πολιτικό πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα της η αρχή η οποία είναι, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου, αρμόδια για να την υποβάλει.2. Το διοικητικό δικαστήριο δικάζει κατά την διαδικασία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 73 του Κ.Ε.Δ.Ε και το πολιτικό δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία...3. Στις περιπτώσεις όπου οι κείμενες διατάξεις τάσσουν προθεσμία, μέσα στην οποία είναι δυνατή η δικαστική αμφισβήτηση του νόμιμου τίτλου, η απόφαση για προσωπική κράτηση δεν μπορεί να εκτελεσθεί πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή ή πριν εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εκτός αν η δικαστική απόφαση, που εκδίδεται σε πρώτο βαθμό είναι, κατά νόμο, εκτελεστή.. ..5. Το αρμόδιο κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 δικαστήριο αποφασίζει την προσωπική κράτηση αν κρίνει ότι το μέτρο αυτό είναι, ιδίως εν όψει του ύψους του χρέους, αναγκαίο και πρόσφορο για την εξόφληση του χρέους καθώς και ότι η λήψη του μέτρου αυτού είναι το μόνο μέσο, κατ` αποκλεισμό κάθε άλλου προβλεπομένου από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικού μέτρου είσπραξης δημοσίων εσόδων ικανοποίησης της σχετικής απαίτησης. Το δικαστήριο κρίνει με βάση οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα επιτρέπει ο νόμος και αν ακόμα δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι". Οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ.1, 2, 3 και 4 του Συντάγματος, εφόσον η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με την προσωπική κράτηση του οφειλέτη για χρέη προς το Δημόσιο προβλέπεται με νόμο, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ.1 εδ.γ' του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 παρ.3 του Συντάγματος, ορίζονται τα εξής: " Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανείς δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνον όταν και όπως ορίζει ο νόμος". Και ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος), πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία, η οποία είναι απαραβίαστη, αλλά, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ.3 του άρθρου 5 του Συντάγματος, επιτρέπεται να ορίζονται με νόμο περιορισμοί στο εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν και στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσωπική κράτηση κατά τις διατάξεις του ν. 1867/1989 διατάσσεται από το δικαστήριο για χρέη προς το Δημόσιο, εφόσον το συνολικώς οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών ή το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου για παρακρατούμενους, επιρριπτόμενους φόρους και για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ή τα τελωνεία (άρθρο 22 παρ. 5-7 του ν. 2523/1997, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν. 2065/1992), και δεν απαγγέλλεται, μεταξύ άλλων κατηγοριών προσώπων, κατά ανηλίκων, κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, κατά κληρικών παντός βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας, κατά στρατευμένων, κατά τη διάρκεια της στράτευσής τους, τριάντα ημέρες πριν από αυτήν και έξι μήνες μετά από αυτήν, κατά των προσώπων που τελούν σε πτώχευση, κατά των πολυτέκνων που έχουν την επιμέλεια ή την υποχρέωση διατροφής των τέκνων τους, και κατά προσώπων που έχουν συμβληθεί ως εγγυητές ανεξάρτητα από το αν έχουν διατηρήσει το ευεργέτημα της διζήσεως ή όχι (άρθρο 4 παρ.1 α', γ', δ', ε', στ', η' και ι' του ν. 1867/1989). Η προσωπική κράτηση, η διάρκεια της οποίας πάντως δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος και διατάσσεται μόνο μια φορά για συγκεκριμένο χρέος (άρθρο 3 παρ.1α ν. 1867/1989), διακόπτεται ύστερα από αίτηση του κρατουμένου και ο κρατούμενος απολύεται, αν καταβληθεί ή συμψηφιστεί το χρέος, για το οποίο επιβλήθηκε μαζί με τους τόκους, αναστέλλεται δε για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες αν αποσβεσθεί, κατά τ' ανωτέρω, τμήμα του χρέους (άρθρο 7 παρ. 1 και 3 ν.1867/1989). Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την απόλυση του κρατουμένου οφειλέτη, αν είναι ασθενής και υπάρχει κίνδυνος, από την παράταση της κράτησης, για την υγεία του, καθώς και τη μετάβασή του στο εξωτερικό για λόγους υγείας (άρθρο 8 ν. 1867/1989). Περαιτέρω, το στερητικό της προσωπικής ελευθερίας μέτρο, δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης του ιδιαιτέρως σοβαρού δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος της είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, που αποτελεί μείζον και κρίσιμο ζήτημα για τη Χώρα, είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, την ικανοποίηση των αναγκών του Κράτους και της κοινωνίας. Χωρίς την αποτελεσματική είσπραξη των δημοσίων εσόδων, το Κράτος δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο σύγχρονο κοινωνικό του ρόλο με την πραγματοποίηση των αναγκαίων παροχών σε τομείς, όπως η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, η απασχόληση, αλλά ούτε και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς άλλα Κράτη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το μέτρο της προσωπικής κράτησης δεν παραβιάζει και την αρχή της αναλογικότητας, αφού, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1867/1989 και ειδικότερα από την παρ.5 του άρθρου 3, επιβάλλεται να διασφαλίζεται από το δικαστήριο η τήρηση του προσήκοντος σε κάθε περίπτωση μέτρου, σε σχέση με το σκοπό για τον οποίο το μέτρο αυτό λαμβάνεται, και να σταθμίζονται οι συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ώστε να αποφασίζεται η προσωπική κράτηση όταν η λήψη του μέτρου αυτού είναι το μόνο μέσο, κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου προβλεπομένου από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικού μέτρου ικανοποίησης της σχετικής απαίτησης. Αν το μέτρο είναι μεν πρόσφορο, αλλά δεν είναι αναγκαίο, διότι λ.χ. επαρκούν στη συγκεκριμένη περίπτωση ηπιότερα μέτρα, τότε δεν επιτρέπεται να ληφθεί. Αν πάλι ο οφειλέτης τελεί αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής του, το μέτρο της προσωπικής κράτησης δεν επιβάλλεται, αφού θα ήταν απρόσφορο.

Επίσης, οι διατάξεις του Ν.1867/1989 δεν είναι αντίθετες προς το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι το μέτρο της προσωπικής κράτησης επιβάλλεται με δικαστική απόφαση, κατόπιν διαπιστώσεως της συνδρομής των υπό του νόμου τασσομένων ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων από το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο ο οφειλέτης μπορεί να αναπτύξει τις απόψεις του και να προβάλει κάθε δικαίωμά του. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση για την εκπλήρωση απλής συμβατικής υποχρέωσης, και χωρίς τις προϋποθέσεις που τάσσονται από το ν. 1867/1989, προβλέπεται τόσο από το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, όσο και από το άρθρο 1 του 4ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με τα οποία ορίζεται, ως εξαίρεση από τον κανόνα του επιτρεπτού της προσωπικής κρατήσεως, ότι κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση (Ολ. ΑΠ 23/2005).

Σημειώνεται, ότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, ως μέτρο για την είσπραξη απαιτήσεων, προβλέπεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ. Συγκεκριμένα, το προαναφερόμενο μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στην ελευθερία και την ασφάλεια και ορίζει ότι "Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασία: α) . . . β) εάν υπεβλήθη εις κανονικήν σύλληψιν και κράτησιν . . . εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως ωρισμένης υπό του νόμου". Τέλος, δεν μπορεί, να γίνει λόγος για αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων του ν. 1867/1989, που προβλέπουν την προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, ως εκ του γεγονότος ότι ο νομοθέτης, αποβλέποντας στην πλέον αποτελεσματική αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της είσπραξης των δημοσίων εσόδων, χαρακτήρισε, με το άρθρο 25 του μεταγενέστερου μάλιστα ν. 1882/1990, τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης. Πράγματι, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας ή του κατοχυρούμενου από το άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δικαιώματος κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, από μόνη την παράλληλη ισχύ των ανωτέρω ρυθμίσεων, αφού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προσωπική κράτηση που ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν. 1867/1989 δεν συνιστά ποινή, αλλά μέσο εκτελέσεως, οι προϋποθέσεις επιβολής της προσωπικής κρατήσεως, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω, διαφέρουν από εκείνες της επιβολής της ποινής της φυλάκισης σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990.

Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις στην περίπτωση κατά την οποία στο ίδιο πρόσωπο, για το ίδιο χρέος, απαγγελθεί προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως και ποινή φυλακίσεως και όχι με τη γενική πρόβλεψη της προσωπικής κρατήσεως ως μέσου εκτελέσεως για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι διατάξεις του ν.1867/1989, που ρυθμίζουν την προσωπική κράτηση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, δεν αντίκεινται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Κέρκυρας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι οι περί προσωπικής κρατήσεως διατάξεις του ν. 1867/1989 είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1, 2, 3 και 4, 20 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και ακολούθως επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Β. Κέρκυρας, για προσωπική κράτηση του αναιρεσίβλητου, λόγω μη καταβολής των αναφερομένων στην αγωγή χρεών του από συμβάσεις δανείου.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τoυς ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου και θα πρέπει, κατά τους λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικό του αναιρετηρίου και πρώτο του δικογράφου των προσθέτων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά τη γνώμη, όμως, της Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως διαφέρει των γνησίων μέσων εκτέλεσης (κατάσχεση κ.λπ.), τα οποία συνιστούν άμεση επέμβαση του Δημοσίου στην περιουσία του οφειλέτη προς είσπραξη του προς αυτό χρέους, διότι αποτελεί μέτρο καταναγκασμού όχι επί της περιουσίας, αλλά επ' αυτού τούτου του προσώπου του οφειλέτη, προκειμένου να εξαναγκασθεί αυτός στη διά παντός μέσου καταβολή του οφειλομένου χρέους. Τούτο όμως είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτο, ως αντικείμενο στα άρθρα 2 § 1 και 5 § 3 του Συντάγματος, γιατί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι, κατά τα άρθρα αυτά, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία. Και ναι μεν το Σύνταγμα ανέχεται τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η στέρηση αυτή είναι λογικώς αναγκαία για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου επιβάλλεται. Τέτοιοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογούντες την επιβολή των στερητικών της ελευθερίας ποινών, είναι οι προβλεπόμενοι υπό του ποινικού δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται άλλωστε, το ποινικό αδίκημα της παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής των βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. (αρθρ. 25 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 § 1 ν. 2523/1997).

Είναι, όμως, όλως διάφορο το θέμα της στερήσεως της προσωπικής ελευθερίας, όχι ως ποινής για αποδοκιμαστέα κοινωνική συμπεριφορά, αλλά ως διοικητικού μέτρου, αποβλέποντος στην άσκηση πιέσεως προς εξόφληση χρέους με χρήματα, τα οποία δεν έχει ή δεν δύναται το Δημόσιο να αποδείξει ότι έχει ο οφειλέτης. Επίσης το μέτρο της προσωποκρατήσεως αντίκειται και στο άρθρο 7 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την έννοια του οποίου το ανθρώπινο σώμα ουδέποτε δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την επίτευξη σκοπού, έστω και δημοσίου συμφέροντος. Η επιβολή δε του μέτρου τούτου υπό του νομοθέτου παραβιάζει και την υπό του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, διότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, αποτελούσα το έσχατο μέσο καταναγκασμού του προσώπου, προδήλως υπερακοντίζει, ενόψει της ρυθμίσεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, τον επιδιωκόμενο σκοπό της αποτελεσματικής συμμορφώσεως του οφειλέτη προς τις έναντι του Δημοσίου οικονομικές του υποχρεώσεις (Ολ. ΣτΕ 251/2008). Επομένως το Εφετείο Κέρκυρας που έκρινε ότι οι περί προσωπικής κρατήσεως διατάξεις του ν. 1867/1989 είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1, 2, 3 και 4, 20 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και ακολούθως επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου και έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως μοναδικός του αναιρετηρίου και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων. Επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφισε, το Δικαστήριο τούτο αποδέχεται άποψη αντίθετη προς εκείνη που υιοθετήθηκε από τις 250 και 251/2008 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκε, επί υποθέσεως που αφορά αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, ότι οι διατάξεις του ν. 1867/1989, που ρυθμίζουν το μέτρο της προσωπικής κράτησης αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος. Ενόψει της αντιθέσεως αυτής των δύο ανωτάτων δικαστηρίων, ως προς τη συμφωνία ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του ν.1867/1989, που αναφέρονται στην προσωπική κράτηση, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε' του Συντάγματος και 6 περ. ε' και 48 παρ. 1 και 2 του ν. 345/1976 "περί του κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου", να παραπεμφθεί το ανωτέρω ζήτημα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, προς άρση της αμφισβητήσεως, και να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο τούτο να επιληφθεί εκ νέου της υποθέσεως μετά την έκδοση της αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, ενώ δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη των αιτιολογιών ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη ή απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επομένως, ο από την ανωτέρω διάταξη, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων.

Παραπέμπει, κατά τα λοιπά, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο την υπόθεση προκειμένου να αρθεί η αμφισβήτηση ως προς τη συμφωνία ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του ν.1867/1989, που αναφέρονται στην προσωπική κράτηση. Επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί των αναφερομένων στο ανωτέρω ζήτημα λόγων της αναιρέσεως, μοναδικό του αναιρετηρίου και πρώτο του δικογράφου των προσθέτων, μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ