925/2008 ΑΠ: Απασχόληση το Σάββατο. Το Σάββατο δεν έχει χαρακτήρα αργίας όπως η Κυριακή.

Εκτύπωση
PDF

Αριθμός 925/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλουτά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2922/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9048/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 19-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι και τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Οι αυτόματες συσκευές καταγραφής στοιχείων του οχήματος (ταχογράφοι) αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της παροχής εργασίας από τον οδηγό αυτού. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, δηλαδή να αναφέρει τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα και συγκεκριμένα, τους δίσκους ταχογράφων οχημάτων, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, από τους οποίους προέκυπτε η παροχή της εργασίας του. Από την περιεχόμενη όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων αυτών και τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται ρητή μνεία αφ' ενός μεν ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί αμφισβητήσεως της γνησιότητας των εν λόγω δίσκων ταχογράφων, ως μη προερχομένων από την αυτόματη συσκευή καταγραφής στοιχείων των οδηγουμένων από τον αντίδικό του αυτοκινήτων, συνιστά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας αυτών, αφ' ετέρου δε ότι ο αναιρεσείων απασχολήθηκε ως οδηγός των αναφερομένων βαρέων φορτηγών ρυμουλκών με ρυμουλκούμενο, φορτίου ωφελίμου άνω των έξι τόννων, ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, κατά τα μνημονευόμενα χρονικά διαστήματα επί πενθήμερο την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως, εκτός από τις αναφερόμενες ημερομηνίες, που εργάσθηκε υπερωριακώς και τις ημέρες Σάββατο και Κυριακή - συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, ενώ δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ειδικώς και να αξιολογήσει έκαστο από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και τους ανωτέρω δίσκους ταχογράφων. Άρα, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με το να μη δεχθεί το Εφετείο τους ως άνω δίσκους ταχογράφων ως αποδεικτικό μέσο της παροχής της εργασίας του, είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η διάταξη του άρθρου 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία απαριθμούνται ενδεικτικώς τα ιδιωτικά έγγραφα, δεν περιέχει κατά τούτο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 10 του Β.Δ. 748/1966 και 904 Α.Κ. συνάγεται ότι στο μισθωτό, ο οποίος παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά τις Κυριακές, πρέπει να χορηγείται αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, διαρκείας είκοσι τεσσάρων συνεχών ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, που άρχισε την Κυριακή. Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, που ισχύει η τελευταία, είναι άκυρη, γιατί απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό.

Αντίθετα, η έκτη ημέρα της εβδομάδας υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, ήτοι η ημέρα Σάββατο, δεν έχει το χαρακτήρας της αργίας, όπως έχει η εβδόμη ημέρα της εβδομάδας, ήτοι η ημέρα Κυριακή, γεγονός το οποίο ορίζεται ρητώς στην από 29-12-1980 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν. 1157/1981, που αφορά τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ. Συνεπεία αυτού δεν μπορούν επί εργασίας κατά τα Σάββατα να εφαρμοσθούν τα ισχύοντα για την απασχόληση κατά τις Κυριακές. Έτσι, επ' αυτής δεν οφείλεται ούτε η προσαύξηση του ποσοστού 75% επί του νομίμου ωρομισθίου, ούτε η αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της επομένης εβδομάδας και εντεύθεν αποζημίωση κατά το άρθρο 904 Α.Κ. , η οποία προϋποθέτει πλουτισμό του εργοδότη από την παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς παροχή ημέρας αναπαύσεως στο προσωπικό του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη από 31.12.1999 αγωγή του, επικαλούμενος απασχόλησή του στον αναιρεσίβλητο, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, κατά το χρονικό διάστημα από 10-8-1993 έως 25-6-1995, ζήτησε, εκτός των άλλων, τα αναφερόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά, που του οφείλει λόγω αποζημιώσεως για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής αναπαύσεως παρά την απασχόλησή του κατά τις ημέρες του Σαββάτου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά το εν λόγω αίτημά της, ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στ σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το ως άνω αίτημά της, ως μη νόμιμη, χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά τα άρθρα 5 και 6 της υπ' αριθ. 92/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων κάθε φύσεως όλης της Χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 16.642/17-8-1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'484/19-8-1981), στους οδηγούς, που απασχολούνται, εκτός των άλλων, σε βαρέα αυτοκίνητα ωφελίμου φορτίου άνω των έξι τόννων, χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών, ποσοστού 17% επί του βασικού μηνιαίου μισθού. Επίσης, στους οδηγούς βαρέων ρυμουλκών με ρυμουλκούμενα χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών, ποσοστού 18% επί του βασικού μηνιαίου μισθού. Μισθωτοί, που εμπίπτουν σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, λαμβάνουν το ευνοϊκότερο επίδομα, που προβλέπεται από τις εν λόγω διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε ως οδηγός των αναφερομένων τριών φορτηγών ρυμουλκών με ρυμουλκούμενο, ωφελίμου φορτίου άνω των έξι τόννων, ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, που διατηρεί στην Αθήνα επιχείρηση διεθνών μεταφορών, αντί συμφωνηθέντος μισθού εκείνου που προβλέπεται από ΔΑ και ΣΣΕ. Η απασχόληση αυτού στην οδήγηση των φορτηγών ήταν επί πενθήμερο την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως, εκτός των αναφερομένων ημερομηνιών, κατά τις οποίες εργάσθηκε υπερωριακώς, τα Σάββατα και τις Κυριακές. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι οι νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος από 1-1-1994 έως 25-6-1995 ανέρχονται στο αναφερόμενο ποσό για κάθε επί μέρους χρονικό διάστημα, ενώ για τον καθορισμό αυτών υπολόγισε το επίδομα ειδικών συνθηκών του οδηγού βαρέων ρυμουλκών με ρυμουλκούμενο από 18% επί του βασικού μηνιαίου μισθού και δεν προσέθεσε σ' αυτές το επίδομα ειδικών συνθηκών οδηγού βαρέων αυτοκινήτων από 17% επί του βασικού μηνιαίου μισθού. Κατόπιν αυτών δέχθηκε τούτο κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο αναιρεσείων, ως οδηγός βαρέων αυτοκινήτων ωφελίμου φορτίου άνω των έξι τόννων και οδηγός βαρέων ρυμουλκών με ρυμουλκούμενο, εμπίπτει σε αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις και δικαιούται μόνο το ευνοϊκότερο από τα δυο εν λόγω επιδόματα, ήτοι εκείνο του ποσοστού 18% επί του βασικού μηνιαίου μισθού του. Εξάλλου, με τις ανωτέρω διατάξεις δεν παραβιάσθηκε η προστατευόμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας του νόμου έναντι του αναιρεσείοντος (άρθρ. 4 παρ. 1 αυτού) και δεν εισήχθη ανεπίτρεπτη δυσμενής διάκριση σε βάρος αυτού έναντι των οδηγών που εμπίπτουν σε μία μόνο από τις ως άνω περιπτώσεις, αφού ο ίδιος δικαιούται ως επίδομα ειδικών συνθηκών ποσοστό 18% επί του βασικού μηνιαίου μισθού του, ενώ οι εν λόγω οδηγού δικαιούνται ως επίδομα ειδικών συνθηκών επίδομα 17% επί του βασικού μηνιαίου μισθού τους. Για τον ίδιο λόγο με τις διατάξεις αυτές δεν παραβιάσθηκε ούτε η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Επίσης, η προαναφερόμενη νομοθετική ρύθμιση συνάδει με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο καλείται το Κράτος να εφαρμόζει πολιτική πλήρους απασχολήσεως με μέτρα οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβασή του στην καθόλου εργατική αγορά με σκοπό τη διαμόρφωσή της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η νομοθετική ρύθμιση με το σκοπό αυτό αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας για την διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία. Ακόμη, η αυτή ως άνω ρύθμιση δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τη μη μεταβολή μονομερώς των ισχυουσών εννόμων σχέσεων (άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος), γιατί οι μισθωτοί - οδηγοί, που εμπίπτουν σε αμφότερες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις λαμβάνουν ως επίδομα ειδικών συνθηκών ποσοστό επί του βασικού μηνιαίου μισθού τους μεγαλύτερο από εκείνο που λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους, οι οποίοι εμπίπτουν στην μια από τις περιπτώσεις αυτές.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο και τρίτο μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα. Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 55 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-11-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 9048/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια (0)Add Comment

Γράψτε σχόλιο
Πρέπει να συνδεθείτε για να στείλετε ένα σχόλιο. Παρακαλώ εγγραφείτε στον ιστότοπο ως μέλος.

busy

Χρήστες online

Έχουμε 24 επισκέπτες συνδεδεμένους